Το Bloomberg, η Τρόικα κι εμείς

Του Παύλου Τσίμα/huffingtonpost.gr

Την περασμένη Παρασκευή, οι σελίδες της Huffington Post μετέφρασαν σε πολλές γλώσσες κι έφεραν εμπρός σε πολλά εκατομμύρια μάτια ένα ισχυρό μήνυμα από την Αθήνα, αυτό που προέκυψε από την συνάντηση της Αριάννας με τον Κάρολο Παπούλια: Όχι άλλη λιτότητα για τους Έλληνες. Το μήνυμα συνδυάστηκε με την αναπαραγωγή ενός σημαντικού editorial του πρακτορείου Bloomberg που είχε τίτλο "δώστε μια ευκαιρία στην Ελλάδα" και ανάλογο περιεχόμενο: Όχι άλλη λιτότητα!

Ρώτησα ανθρώπους του πρακτορείου τι τους έκανε να γράψουν ένα τόσο παρεμβατικό κείμενο. Common sense, μου απάντησαν. Η κοινή λογική.

Το ερώτημα είναι: γιατί απουσιάζει αυτή η κοινή λογική από τις δύσκολες διαπραγματεύσεις με την τρόϊκα; Και γιατί εμφανίζονται, αίφνης, τόσο δύσκολες οι διαπραγματεύσεις αυτές;

- Μια πιθανή ερμηνεία είναι «ιδεολογικής» τάξης. Είναι η περίφημη «θεολογία του χρέους». Η γερμανική φοβία πως αν τα μέτρα λιτότητας υποκατασταθούν από μέτρα αναπτυξιακά, θα προκύψουν νέα ελλείμματα και νέα χρέη. Η θεωρία διαψεύδεται, βέβαια, από την πραγματικότητα: Μετά από πέντε χρόνια λιτότητας το ελληνικό χρέος (παρά το «κούρεμά» του) είναι μεγαλύτερο απ ότι ήταν. Και ολόκληρης της ευρωζώνης το χρέος είναι σήμερα μεγαλύτερο, απ ότι ήταν το 2009, πριν υποχρεωθεί να φορέσει τον ζουρλομανδύα της λιτότητας. Αλλά η «θεολογία του χρέους» είναι ανθεκτική στις διαψεύσεις. Αλλωστε, ως γνωστόν, στα γερμανικά η ίδια λέξη, die schuld, χρησιμοποιείται για να περιγράψει το «χρέος» και την «ενοχή».

- Μια άλλη, πιο πολιτική ερμηνεία των δυσκολιών της διαπραγμάτευσης είναι οι εσωτερικές διαφωνίες της τριμερούς, καθώς το ΔΝΤ φέρεται διατεθιμένο να αξιοποιήσει την ελληνική περίπτωση για να επιβάλει την παραμονή του στον ευρω-χώρο.

- Μια τρίτη ερμηνεία είναι η «μακιαβελική»- αυτή που υπαινίχθηκε η Ντόρα Μπακογιάννη σε μια συνέντευξή της στην «Καθημερινή». Ότι, δηλαδή, οι Γερμανοί δεν είναι διατεθειμένοι να διαπραγματευθούν δύο φορές το ίδιο πράγμα, μια φορά με την σημερινή ελληνική κυβέρνηση κι άλλη μια φορά, φτου κι από την αρχή, με την νέα κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές. Μπορεί μάλιστα να προτιμούν- αυτό λέει η Ντόρα- να κάνουν μια και καλή την διαπραγμάτευση με τον Τσίπρα, ώστε είτε να τον αναγκάσουν (όπως ελπίζουν) σε συμβιβασμό είτε να τον τιμωρήσουν (κι εμάς μαζί) με παραδειγματικό τρόπο, ώστε η Ελλάδα να γίνει το σκιάχτρο που θα τρομάζει κάθε ανυπάκουο πουλί στην Ευρώπη.

- Και υπαρχει και η «θεατρική» ερμηνεία. Ότι, δηλαδή, οι δυσκολίες δραματαοποιούνται υπερβολικά, για να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη να δεχθεί ως κάθαρση την τελική συμφωνία.

Δεν είμαι σίγουρος ποια ερμηνεία ή συνδυασμός ερμηνειών είναι σωστότερος. Αλλά είμαι σίγουρος πως τόσο οι ίδιες οι δυσκολίες της διαπραγμάτευσης, όσο και οι θεωρίες που τις ερμηνεύουν πατούν στο ίδιο έδαφος. Σ ένα έδαφος που μοιάζει μάλλον με κινούμενη άμμο: Την γενικευμένη έλλειψη εμπιστοσύνης.
Η εμπιστοσύνη λείπει δραματικά από την σχέση πολιτικής-πολιτών. Μια έρευνα της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας έδειξε πρόσφατα ότι το 45% των πολιτών δηλώνουν ότι δεν έχουν καμμία απολύτως εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα.

Λείπει, επίσης, από τις σχέσεις της Αθήνας με τους Ευρωπαίους συνομιλητές της. Ό,τι συνέβη, από τις ευρωεκλογές κι ύστερα, ενίσχυσε τις υποψίες τους πως, στα χρόνια της κρίσης, η Ελλάδα άλλαξε, η ελληνική κοινωνία υποχρεώθηκε ν αποδεχθεί επώδυνες (και, συχνά, άδικες) αλλαγές, αλλά η πολιτική τάξη παραμένει ίδια κι απαράλλαχτη. Είναι έτοιμη να επιστρέψει στην «κανονικότητα», στις πελατειακές της συνήθειες. 'Ετοιμη, με την πρώτη ευκαιρία, να επιστρέψει στην πρακτική «το κράτος είναι λάφυρο του κόμματος που κερδίζει τις εκλογές» και στην δίδυμή της πρακτική «το δημόσιο ταμείο είναι για να φέρνει ψήφους σε εκείνους που το διαχειρίζονται».

Αν μιλήσει κανείς με κάποιον από τους ξένους, που ανακατεύονται στα ελληνικά πράγματα το πρώτο παράδειγμα που θα επικαλεστεί ως επιχείρημα (ή πρόσχημα- ανάλογα με την καλή ή κακή του πίστη) είναι η υπόθεση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, όπου η κυβέρνηση πρώτα θεσμοθέτησε την θέση ως ανεξάρτητη αρχή, εκτός κυβερνητικής επιρροής, με θητεία μεγαλύτερη της τετραετίας, ώστε η φορολογική διοίκηση να μην κομματίζεται, κι ύστερα απέλυσε τον άνθρωπο και τον αντικατέστησε, προς δόξαν της ανεξαρτησίας του θεσμού.

Αυτές τις ημέρες ακούγονται πολλές ιδέες- λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστικές, λιγότερο ή περισσότερο εξωπραγματικές- για κινήσεις που θα γεφύρωναν αυτό χάσμα εμπιστοσύνης: Για μια εθνική συνεννόηση ή μια συμφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση για την διαδικασία της Προεδρικής εκλογής και τον χρόνο των εκλογών. Για κυβερνήσεις εθνικής ενότητας, ή για ένα εθνικός σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης, που θα έχει ευρύτερη συναίνεση. Εγώ θα έλεγα: ας αρχίσουμε από τα εύκολα. Μια συμφωνία του πολιτικού κόσμου, μια αυτοδέσμευσή του σε μερικές απλές αρχές: πως το κράτος δεν ανήκει στο κόμμα που αποκτά την εκλογική πλειοψηφία, πως η διοίκηση διατηρεί την αυτοτέλειά της, πως δεν διορίζουμε αποτυχόντες πολιτευτές ως διοικητές σε κρίσιμους οργανισμούς, δεν δανειζόμαστε για να διορίσουμε πελάτες και δεν παρεμβαίνουμε στην φορολογική διοίκηση για να εξαιρούνται των φορολογικών ελέγχων πελάτες ή πάτρωνες.

Μια στοιχειώδης αυτοδέσμευση για τους κανόνες του παιχνιδιού, ώστε να μπορεί να ξανακερδηθεί η εμπιστοσύνη. Των έξω. Μα προπάντων των μέσα. Κι έπειτα δοκιμάζουμε αν μπορούμε να συμφωνήσουμε σ ένα πρόγραμμα ανασυγκρότησης, που θα έχει ευρύτερη κοινωνική συναίνεση και αυτή θα καθρεφτίζεται και μέσα στη Βουλή.