Ο κόσμος της Αθηνάς

της Αθηνάς Τζολάκη

Όχι ο δικός μου, αλλά της γιαγιάς μου της Αθηνάς. Ο κόσμος που πέρασε η Αθηνά τα τελευταία της χρόνια. Για αυτόν τον κόσμο θα σας μιλήσω και θα αρχίσω από μια λεπτομέρεια από αυτές που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους, από το κόκκινο κραγιόν. Όσο την θυμάμαι δεν βγήκε ποτέ από το σπίτι ούτε δέχθηκε επισκέψεις χωρίς το κόκκινο κραγιόν, τις δύο χρυσές της βέργες και το δαχτυλίδι με τον αμέθυστο. Και τα μαλλιά της βέβαια μέχρι το τέλος,  χτενισμένα από το κομμωτήριο, λόγω κοκεταρίας, αλλά πολύ περισσότερο λόγω ευπρέπειας. Η Αθηνά ήταν νοικοκυρά και ευπρεπής, δεν έπαιζε χαρτιά και δεν είχε καμία φίλη. Οι κοινωνικές της συναναστροφές περιορίζονταν, στο, ατέλειωτο βέβαια, πλήθος των συγγενών, και της  κουμπάρας στο δεύτερο, που της είχαν βαφτίσει το παιδάκι, και ανέβαινε το απόγευμα με νέα από τον έξω κόσμο, τα οποία ήταν συνήθως οι τιμές της λαϊκής. Η γιαγιά είχε πάντα έννοια τι θα πει ο κόσμος αλλά δεν είχε καταλάβει ότι ο κόσμος δεν είχε τίποτε να πει γιατί την έβλεπε  σπάνια τα τελευταία χρόνια.

Η Αθηνά γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου και έμεινε μέχρι τα δεκαέξι, από γονείς Κερκυραίους. Ο πατέρας της  ήταν εμποροράφτης.  Ο κοσμοπολίτικος αέρας που ανέπνευσε μικρή, αν και της φαινόταν σαν να ήταν μια προηγούμενη ζωή, ήταν έκδηλος  πάνω της. Όταν την γνώρισα  ήταν πιά μια κουρασμένη καλλονή  με αρθρίτιδα που είχε μεγαλώσει έξι παιδιά και κάπνιζε πολύ. Το κάπνισμα το άρχισε γιατί τέσσερα από αυτά τα παιδιά, τα αγόρια της, είχαν ξενιτευτεί. Κάπνιζε κάθε πρωί στην μικρή της κουζίνα,  και αφού είχε βάλει το φαΐ να γίνεται , άκουγε από το  ραδιόφωνο  το Σπίτι των Ανέμων. Το φαγητό της ήταν πάντα άψογο, μαγειρεμένο με μαεστρία και τρυφερότητα, με υλικά που ψώνιζε πάντα ο παππούς. Το μεσημέρι διάβαζε το Ντομινό και το απόγευμα άνοιγε την τηλεόραση για, τα γνωστά, Πέϋτον Πλέις, Άγνωστος Πόλεμος, Άγιος, Για σας Κυρία. Η τηλεόραση έκλεινε με τον Εθνικό Ύμνο.

Η γιαγιά ήταν λίγο νευρική , αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που χτυπούσε το χέρι της με δύναμη στο τραπέζι, έστω και αν καμιά φορά το έκανε με νεύρο. Χτυπούσε το χέρι για να αισθανθεί ο παππούς τις δονήσεις και να γυρίσει να την δει, να διαβάσει τα χείλη της. Ο παππούς ήταν κουφός, παντελώς, από την ηλικία των δώδεκα ετών, αλλά διάβαζε με άνεση τα χείλη.

Η Αθηνά νομίζω είχε αδυναμία στον πρωτότοκο γιο της, για αυτό πολύ χαιρόταν όταν την έβγαζε που και που σε κάποια κοσμική ταβέρνα, μαζί με την νύφη της και την παρέα τους. Τόχε να το λέει, πέρασα πολύ ωραία με τον Μίμη μου! Με την κουμπάρα του δεύτερου τα τσουγκρίσανε τα τελευταία χρόνια, δικαίως ή αδίκως, η Αθηνά δεν ήθελε ούτε να την δει.