Τρίνιτι

του Πιγκουίνου


Όταν ήμουνα μικρός -εκεί κοντά στα δέκα μου- παρακολουθούσα φανατικά μία αμερικάνικη σειρά που λεγόταν "Όλα για το Πτυχίο". Που είχε ως θέμα της, τη φοιτητική ζωή και την προσπάθεια μίας παρέας νεαρών να επιτύχουν σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον υψηλών προδιαγραφών και απαιτήσεων. Και παρότι δεν καταλάβαινα μήτε τα μισά (χελόου, ήμουνα δέκα και την ίδια εποχή, έβλεπα φανατικά και τα Στρουμφάκια), άρχισε να σχηματοποιείται μέσα μου, το όνειρο: του Πανεπιστημίου.



Που το φανταζόμουν, έτσι ακριβώς όπως το έβλεπα στην τηλεόραση. Με επιβλητικά κτήρια που διαθέτουν μεγάλες, μνημειώδεις σκάλες και προσόψεις. Με τεράστια αμφιθέατρα με ξύλινα έδρανα. Με βιβλιοθήκες και αίθουσες μελέτης. Με φροντισμένους βοηθητικούς χώρους: εστιατόρια, κοιτώνες, πάρκα και γήπεδα για αθλοπαιδιές.



Και κυρίως: με σεβάσμιους, χαρισματικούς καθηγητές και ενθουσιώδεις, φιλόδοξους φοιτητές, διψασμένους για γνώση. Για μάθηση, για προσωπική ανάπτυξη, για αυτοπραγμάτωση.



Βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο. Σε ένα από τα αρχαιότερα Πανεπιστήμια της Ευρώπης και ένα από τα καλύτερα του κόσμου. Βρισκόμαστε στην Ιρλανδία. Στο Δουβλίνο. Αναγνώστα, καλωσήρθες στο Τρίνιτι.



Έχω περάσει κάμποσα χρόνια στο Πανεπιστήμιο. Και υπό πολλές ιδιότητες. Η πρώτη φορά που διάβηκα τις πύλες του, ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα. Δεκαοχτώ χρονών ήμουν και εντελώς ενθουσιασμένος που άφηνα ξωπίσω μου την οικτρή εμπειρία του σχολείου και των Πανελληνίων.



Φορτωμένος με τα όνειρα και τις αισιοδοξίες μου, με την ειλικρινή διάθεσή μου να μάθω και να πάω παρακάτω, με τον ενθουσιασμό μου ν'ανακαλύψω τα όσα βρίσκονται πέρα από τον κόσμο της αποστήθισης και του φροντιστηριακού ιδρυματισμού, βρέθηκα τότες στη Σόλωνος 57. Στο κέντρο ουχί του Δουβλίνου, αλλά της Αθήνας. Στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο αρχαιότερο Πανεπιστήμιο της Ελλάδας. Για να κάμω την εγγραφή μου.



Σοκ και δέος. Αυτή ήταν η πρώτη μου εικόνα. Η είσοδος του κτηρίου, βρώμικη και άθλια, γιομάτη γκράφιτι, συνθήματα, στραβοσκισμμένες αφίσες πούχαν κολληθεί η μία απάνου στην άλλη και είχαν δημιουργήσει μία αποκρουστική ταπετσαρία από χαρτοπολτό. Και διαφημίσεις. Από κλαμπς, καφετέριες, γραφεία που αναλαμβάνανε να σου γράψουν τις εργασίες, τυροπιτάδικα, φωτοτυπάδικα, ως και στριπτιτζάδικα μη-χειρότερα.



Πέρασα τη θλιβερή πόρτα και εισήλθα σε μια μεγάλη, αποκρουστική αίθουσα. Που έμοιαζε με βομβαρδισμένη περιοχή. Κάπως έτσι νόμιζα τότες πως ήταν οι εμπόλεμες ζώνες: η Βηρυτός, η Χεβρώνα, το Σεράγεβο, το σπίτι της θείας μου της Κίτσας όταν ανακάλυψε ότι ο άντρας της, ο θείος Μανωλάκης, την εκεράτωνε με την αισθητικό της (κατόπιν αυτού, άλλαξαν οι ρόλοι και έκαμε η Κίτσα αποτρίχωση στην αισθητικό).



Σε κάτι κακομοιριασμένα θρανιάκια ήταν χυμένοι διάφοροι νεολαίοι με κομματικές κονκάρδες. Μία εξ αυτών με πλησίασε (ΔΑΠ, ΠΑΣΠ, ΚΝΕ, Πανσπουδαστική, μήτε που θυμάμαι τί ακριβώς ήταν -έχει αλήθεια σημασία;), με ρώτηξε αν ήμουν πρωτοετής (γουάου, ήμουν πρωτοετής!) και μου έδωκε ένα φυλλάδιο με διάφορα τιπς.



Από το οποίο έμαθα ότι η εγγραφή μου μπορούσε να γίνει μόνο Τρίτες, Τετάρτες και Πέμπτες, 11 με 1, διότι μόνο τότες δεχόταν η Γραμματεία τους φοιτητές (τις υπόλοιπες μέρες δεν ευκαιρούσε). Και ότι αν γραφόμουν μέλος, θα είχα πρόσβαση σε φοβερές διευκολύνσεις και προσφορές, όπως δωρεάν ποτό σε ένα σκασμό μπαρς, δωρεάν θέματα προηγούμενων εξετάσεων και φοβερές εκπτώσεις σε φοβερά τριήμερα με φοβερή παρέα στη φοβερή Μύκονο. Και πράγματι, είχα αρχίσει να φοβάμαι.



Ναι, καλά το παρατήρησες. Πολλά από τα μπίλντινγκς στο Τρίνιτι φέρουν επιγραφές στα ελληνικά. Και τελοσπάντων, ακόμα και αρχιτεκτονικά, στην Ελλάδα παραπέμπουν. Κολώνες, κιονόκρανα, αετώματα. Έλα από εδώ, θέλω να σου δείξω κάτι που νομίζω θα σου αρέσει πολύ -αποτελεί άλλωστε ένα από τα κορυφαία αξιοθέατα του Δουβλίνου. Και είναι πράγματι ζούπερ εντυπωσιακό.



Βουαλά! Αυτή εδώ είναι η περίφημη βιβλιοθήκη του Τρίνιτι. Η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη στην Ιρλανδία, καθώς περιλαμβάνει περισσότερους από 200.000 τόμους και (κρατήσου!) 4,5 εκατομμύρια χειρόγραφα -κάποια εξ αυτών, τρομερά σπάνια!



Δεν είναι τυχαίο που κατατάσσεται ανάμεσα στις ομορφότερες και σημαντικότερες βιβλιοθήκες του κόσμου. Ξύλινες προθήκες, υποδειγματική τοποθέτηση των βιβλίων, σκάλες με ροδάκια για να ανεβαίνει κανείς στα αψηλά ράφια -η ηδονή του κάθε βιβλιολάτρη.



Αριστερά και δεξιά, κατά μήκος του κεντρικού διαδρόμου, συναντάς μία σειρά από προτομές. Σημαντικών μορφών της παγκόσμιας σκέψης. Πάνθεον το λέμε!



Εννοείται πως εδώ ξεκινάς από τον Όμηρο. Της Οδύσσειας και της Ιλιάδας. Που αν το καλοσκεφτείς, είναι από τα υψηλότερου επιπέδου δημιουργήματα της ανθρώπινης διανόησης.



Και παρακάτω βρίσκεις και άλλους. Τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Και βεβαίως, τον Αριστοτέλη.



Σχεδόν ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στην άλλη άκρη της Ευρώπης, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη γη που γέννησε τις σπουδαίες ιδέες, που θεμελίωσε τη λογική, που διαμόρφωσε την ηθική και τη φιλοσοφία. Κι όμως, σε ένα χώρο σαν κι αυτό, νιώθεις εξαιρετικά κοντά. Γιατί βρίσκεσαι σε ένα ναό της γνώσης, σε ένα περιβάλλον πολιτισμού και καλαισθησίας, σε ένα μέρος που απευθύνεται στο πνεύμα και αποθεώνει τη μάθηση.



Όχι, εδώ δεν έχουμε κομματικές νεολαίες, μήτε είχαμε ποτές καταλήψεις. Οι αίθουσες διδασκαλίας είναι καθαρές και ευπρεπισμένες. Και κανείς δεν διανοείται να καπνίσει ή να κολλήσει αφίσες ή να σπάσει την καρέκλα ή να γράψει στον τοίχο ή τελοσπάντων να ασχημονίσει κατά ουδένα τρόπο.



Επίσης, εδώ δεν χτίζουμε τους καθηγητές στα γραφεία τους, δεν μπαίνουμε στην Πρυτανεία φωνασκώντας και διεκδικώντας να συμμετέχουμε στη διοίκηση του Πανεπιστημίου, δεν διανοούμαστε να χάνουμε διαλέξεις, δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό μας η φράση "αιώνιος φοιτητής".



Και όχι, οι καθηγητές μας δεν εκλέγονται βάσει του ποιον έχουν μπατζανάκη, σε ποιο κόμμα ανήκουν και δεν καταλαμβάνουν έδρες κατόπιν μίας μακράς περιόδου γλειψίματος και διαπλοκής. Αλλά κρίνονται αποκλειστικά βάσει του ερευνητικού τους έργου.



Και όχι, το Τρίνιτι δεν κλείνει από φόβο επεισοδίων, όταν γιορτάζουμε κάποια επέτειο, τύπου αποκατάσταση της δημοκρατίας ή αντίσταση έναντι εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών. Ειλικρινά, όλα αυτά που μου λες, μου φαίνονται κινέζικα εδώ. Ή μήπως ελληνικά;



Είπαμε, η Ελλάδα βρίσκεται μερικά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Παρότι θα βρεις κάμποσες αναφορές σε εκείνη, σαν φυλλομετρήσεις κάποιους από τους τόμους της βιβλιοθήκης του Τρίνιτι.



Μόνο που η εικόνα που θα σχηματίσεις για την Ελλάδα, μέσα από τα διαβάσματα και τις ιστορικές της αναφορές, φοβούμαι πως δεν ανταποκρίνεται διόλου στη σύγχρονη πραγματικότητά της. Και δεν ξεύρω για σένα, αλλά προσωπικά ετούτο το κοντραστ ανάμεσα στις εικόνες που βλέπω εδώ στο Τρίνιτι και τις εμπειρίες μου στα ελληνικά Πανεπιστήμια, με καταθλίβει και με πληγώνει. Δεν έχω πια όρεξη να συμμετέχω σε εορτασμούς του Πολυτεχνείου. Δεν μειώνω τη σημασία της αντίστασης στη χούντα. Απλώς θυμάμαι, πριν μερικά χρόνια, τα μαθήματα που έκανα εκεί. Σε μία αίθουσα ημι-κατεστραμμένη από τους καταληψίες. Που όταν τελείωνε η διάλεξη, αργά το βράδυ, αναγκαζόμασταν να φύγουμε όλοι μαζί για λόγους ασφαλείας. Γιατί πρέπει νάσαι τρελός για να μείνεις μόνος σου όταν πέσει το σκοτάδι εντός του χώρου του Πολυτεχνείου. Και ακόμα πιο τρελός για να βγεις από την έξοδο της Τοσίτσα και να διασχίσεις την περιοχή των ναρκομανών για να βγεις στην Πατησίων να πάρεις το λεωφορείο.



Κάποτες λέγαμε ότι όταν εμείς οι Έλληνες χτίζαμε Παρθενώνες, οι δυτικοευρωπαίοι ήσαν ανεβασμένοι στα δέντρα. Και γελάγαμε. Σήμερα, παρακολουθώντας εντός και εκτός του ελληνικού Πανεπιστημίου, την κατάντια του, θα μου επιτρέψεις να πω πως οι Έλληνες είναι ανεβασμένοι στα δέντρα. Κι αντίς για διαλεκτική, εγώ ακούω γρυλλίσματα. Άναρθρα, πρωτόγονα και τρομαχτικά γρυλλίσματα.