Φοίνιξ

του Sraosha

Από τότε που έγραψα για την τερατογένεση αρπακτικού που συμβολίζει το Γένος μας καθώς και άλλα πολλά πατριαρχικά κι εξουσιαστικά, τρώγομαι να μιλήσω για ένα από τα αγαπημένα μου εραλδικά πτηνά (το άλλο είναι το παγόνι). Ψάχνω αφορμή.

Κυρίες και κύριοι (και σαστισμένα παιδιά που βρεθήκατε κατά λάθος εδώ): ο Φοίνιξ. Το μυθικό πουλί που καίγεται και αναγεννάται από τις στάχτες του. Το σύμβολο της αθανασίας και της επιμονής και του γνήσιου we shall overcome: κάφτε με, θα ξανασηκωθώ, θα ξαναζήσω.
 

Βεβαίως, το έμβλημα της Ελληνικής Πολιτείας του Καποδίστρια, η δεύτερη υψηλότερη διάκριση της Ελληνικής Δημοκρατίας (το Τάγμα του Φοίνικα, πολύ πριν το φλύαρο πράμα της μάνας του Χάρυ Πόττερ) είναι πλεόν αμετάκλητα και στο διηνεκές αμαυρωμένο από τη Χούντα. Εικόνες όπως η παραπάνω, του εαμικού Φοίνικα, εξηγούν την επιλογή του αθάνατου πτηνού για έμβλημα της προδοσίας τους και της τυραννίας που την ακολούθησε: ελέω ενός Γεωργαλά ξεσήκωσαν ό,τι κομμουνιστικό ή παραπλήσιο σύμβολο βρήκαν, ακολουθώντας την εμπεδωμένη τακτική των Χριστιανικών Μαθηματικών Ομάδων της Ζωής, που από το '49 και μετά μετέτρεπαν σοβιετικά εμβατήρια και εργατικούς κι επαναστατικούς θουρίους σε "χριστιανικά τραγούδια".

Κρίμα κι άδικο για τον Φοίνικα. Κρίμα κι άδικο για ένα ευγενές έμβλημα ξανανιωμού, που ούτε είναι σαρκοβόρο κι αρπακτικό, ούτε κρατάει σε νύχια γαμψά σφαίρες, σκήπτρα, σταυρούς και ξίφη.

Εδώ και το παράσημο του Τάγματος του Φοίνικα, μέ έναν υπέροχα στυλιζαρισμένο Φοίνικα, σχεδόν κινέζο:

Πώς βρήκα λοιπόν την αφορμή να γράψω σήμερα για το πουλί που καταστρατηγεί την εντροπία, όπως η ζωή η ίδια; Βλέποντας το πρωί το σήμα κατατεθέν της μπύρας Grimbergen να κοσμεί τέντες και βιτρίνες ενός μπαρ κάτω από τα σύννεφα με διαστήματα ηλιοφάνειας:

Εντυπωσιακός εδώ στην ετικέτα ο Φοίνικας. Βλέπω μετά και το σλόγκαν: ardet nec consumitur. Αμέσως θυμήθηκα το fluctuat nec mergitur. Αχά, σκέφτηκα, επιτέλους: θα γράψω άλλο ένα ποστ με λατινικό τίτλο. Μετά όμως αναρωτήθηκα πώς μεταφράζεται το σλόγκαν ardet nec consumitur στα ελληνικά. Ψυλλιαζόμενος την προέλευσή του, κατέληξα στο φλέγεται αλλ' ου καίεται. Και είπα, ώπα. Ώπα. Αυτό είναι το σλόγκαν της Καιομένης Βάτου, όχι του Φοίνικα. Γιατί ο Φοίνικας καίγεται και γίνεται στάχτες και μέσα από τις στάχτες του αναγεννάται. Απεναντίας, η Βάτος η φλεγομένη αλλ' ου καιομένη -- αυτή δεν πρέπει καλά καλά ούτε κάπνα να βγάζει.

Άκυρο λοιπόν το ardet nec consumitur για τον Φοίνικα. Αλλά, όπως κάθε φορά που μιλάμε για φωτιά, εγώ σκέφτηκα τον έρωτα (εντάξει, όχι πάντα).

Σκέφτηκα τον έρωτα του Φοίνικα: αφήνει τη φλόγα να τον αποτεφρώσει, ώστε μετά να ξαναγεννηθεί. Και για να ξανακαεί. Και πάει λέγοντας. Αενάως, λέει. Ο Φοίνικας είναι μεγάλος και ευγενής αλλά μοιάζει με τους σκώρους του Γκυ Ντεμπόρ: in girum it nocte et consumitur igni. Η φωτιά τον τρώει στο τέλος, ξανά και ξανά, σε κάθε γύρα, σε κάθε επανάληψη μέσα στην ερωτική σαμσάρα.

Και σκέφτηκα και τον έρωτα της Βάτου: της φλεγομένης αλλ' ου καιομένης. Φλόγα και λάμψη και φως, ναι, αλλά η ίδια παραμένει αμίαντη και άκαυτη. Άρα τι; Πυρέξ, που η φωτιά δεν αγγίζει; Είναι απλώς οπτικό εφέ η φλόγα για τη Βάτο; Είναι ο έρωτάς της αφορμή να φαντάζει και μόνο; Μπα, όχι. Θέλω να πιστεύω ότι η φλόγα για τη Βάτο είναι il foco che gli affina, το αποτέλεσμα μιας απαράμιλλης παρουσίας.