Καλημέρα μητέρα

της Αθηνάς Τζολάκη

Αυτή τη μεγάλη φωτογραφία, μας την έφερε πρόσφατα ένας συγγενής,  φουσκωμένη από την υγρασία  και κομμένη στα δύο. Ο δισεγγονός της την αναγνώρισε αμέσως, η μάνα του παππού μου είναι, μου είπε, την θυμάμαι σε κάποιο τοίχο, μικρός, στο σπίτι στο Ηράκλειο. Έτσι έμαθα και εγώ αυτές τις λεπτομέρειες, για τον πατριάρχη της παράξενης αυτής οικογένειας, της οποίας είμαι και εγώ μέλος, εξ αγχιστείας.  Ο Χριστόφορος κάθε πρωί, όχι μόνο στο αρχοντικό του της 25 Αυγούστου, αλλά και παλαιότερα, πριν ξεκινήσει για τις δουλειές του, κοντοστεκόταν μπροστά σε μια μεγάλη σέπια  φωτογραφία της μακαρίτισσας της μάνας του και την χαιρετούσε, ‘Καλημέρα μητέρα’. Αυτή η φράση ειπωμένη σαν σε σύμμαχο, υπονοούσε πάντα και μιαν δεύτερη, κάτι σαν, όπως βλέπεις τα κατάφερα, όπως το ήθελες, όπως το είχες προβλέψει.

Η μάνα  της φωτογραφίας, λιτή, μαυροντυμένη, αδύνατη, με τσεμπέρι,  με κοφτερό βλέμμα και λεπτά χείλη, έχει μιαν έκφραση αινιγματική και αν θα  την βλέπατε   δεν  θα μπορούσατε να αποφασίσετε αν ήταν μια μάνα τρυφερή και πικραμένη  ή ήταν μια μάγισσα πού ήξερε όλα τα βοτάνια της επιτυχίας. Ήταν καλή; απόμακρη; υπερήφανη;  Σίγουρα φαινόταν δυνατή και πιθανότατα το μόνο πρόσωπο στο οποίο έδινε λογαριασμό ο Χριστόφορος. Αυτά έμαθα  για την μάνα και  έδωσα  την φωτογραφία στον κορνιζά να την αποκαταστήσει όσο μπορεί.

Έμαθα  όμως επ’ ευκαιρία και  άλλα για τον  Χριστόφορο, από τα οποία θα σας διηγηθώ, μερικά, τώρα. Όταν  λοιπόν εξιστορούσε, με αυταρέσκεια, την άνοδό του και την προκοπή του, όπως πολλοί αυτοδημιούργητοι  έκαναν τότε , και κάνουν  ακόμη  σήμερα άλλωστε, έλεγε και αυτή τη μικρή ιστορία. Μια  μέρα, εκεί που τον είχαν βάλει παραγιό σε κάποιου τεχνίτη  την δούλεψη, κάτι δεν έκανε καλά. Το αφεντικό, θυμωμένο, τον κυνήγησε γύρω -γύρω με μια καυτή πυροστιά, τον έφτασε, και τον έκαψε στο χέρι. Τότε ήταν που ο Χριστόφορος αποφάσισε ότι θα γίνει κύριος  και θα είναι ο μόνος που θα ορίζει τον εαυτό του. Όπως και τελικά τα κατάφερε. Έγινε και κύριος και πλούσιος , ντυνόταν σαν Εγγλέζος, και είχε  τρία κυνηγητικά σκυλιά, τον Rush τον πρώτο, τον δεύτερο και τον τρίτο. Έκανε  παρέα με τον Έβανς, πίνανε τον καφέ τους στο καφενείο η Κνωσός, απέναντι από το σπίτι του, και όπως όλοι  οι άντρες εκείνη την εποχή, είχε την πρόοδο για θεό. Ο Χριστόφορος λίγο πριν πεθάνει με ελαφρώς χαμένα τα μυαλά του, έβγαινε στο μπαλκόνι του σπιτιού του και πετούσε χρυσές λίρες στους περαστικούς. Όταν τον πήραν είδηση οι δικοί του τού έδωσαν μερικές κάλπικες για αυτόν τον σκοπό.

Και αν αυτά σας φαίνονται λίγο σαν ιστορίες  της εποχής του Ντίκενς, δεν κάνετε λάθος. Ο Χριστόφορος γεννήθηκε γύρω στα 1850, όχι  βέβαια στην Αγγλία αλλά στην κοινότητα Επισκοπής, Ηρακλείου, από την Μαρία.  Για τον πατέρα του δεν ξέρουμε τίποτε. Είχε πέντε ή έξι αδέρφια. Καμιά άλλη φορά θα σας πω και τα υπόλοιπα.