Όλο αυτό που ζούμε

του Άρη Δαβαράκη

Έρχονται κάποιες στιγμές που λες και είναι φτιαγμένες από ελαστικό υλικό κι’ έχουν την δυνατότητα να διαρκούν πολύ και να σταματούν τον συμβατικό χρόνο, για να χωθούνε μέσα του αποφασιστικά και να τον επαναπρογραμματίσουν. Εμείς οι άνθρωποι, μπλεγμένοι μέσα σ’ ένα τρελλό κουβάρι προβλημάτων, υποχρεώσεων, συναισθημάτων και, το βασικότερο, καθημερινών αυτομάτων κινήσεων, σκέψεων και επαναλήψεων, προχωράμε πια μόνο για να μην σταματήσουμε. Να «συνεχίσουμε». Κατά βάθος φοβόμαστε. Αν σταθούμε ξαφνικά και κοιτάξουμε γύρω μας με διάκριση, με βλέμμα καθαρό, με υγεία, με αθωότητα και, πάνω απ’ όλα, με αγάπη για όλα τ’ άκτιστα και τα κτιστά, κινδυνεύουμε να τυφλωθούμε, να μην το αντέξουμε. Έτσι νομίζουμε, γι’ αυτό  φοβόμαστε. Ο φόβος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μας, αυτός είναι που μας κρατάει μακριά από την ευτυχία. Μας ψιθυρίζει στο αυτί, μέσα σ’ εκείνον τον λαβύρινθο που παίρνει τους ήχους και τους στροβιλίζει μέχρι να τους οδηγήσει στο σημείο του εγκεφάλου μας που θα τους επεξεργαστεί για ν’ ακούσουμε τον ψίθυρο, «πρόσεχε, πρόσεχε, που πας να μπλέξεις, θα την πατήσεις, σταμάτα εδώ, βάλε φρένο, μην σκεφτείς την επόμενη σκέψη, θα σε καταπιεί η άβυσσος, θα σταματήσει η καρδιά σου και θα σκοτωθείς, θα πεθάνεις, θα βρεθείς ολομόναχος μέσα στην μαύρη τρύπα του big-bang, θα σε ρουφήξει η ανυπαρξία».

Όμως υπάρχουν στιγμές που λες, εδώ ας σταθώ.  Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο. Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού, λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα. Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)· κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.

Τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα. Εκεί μπροστά έδωσα όρκο, εκεί σταυροκοπήθηκα για πρώτη μου φορά και είδα το φώς που τα χωράει όλα και δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Εκεί τα χρωστάω όλα, εκεί τα χρωστάμε όλα: Χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας. Ή την ήδη βιωμένη και αενάως επανερχόμενη ευτυχία μας, την ώρα που αυτές οι στιγμές, οι φτιαγμένες σαν από ελαστικό υλικό, τεντώνονται σαν τις χορδές και αρκεί να τις αγγίξει απαλά ένα χαμόγελο για να χυθούν στην αρμονία και να τα εξηγήσουν όλα με μια λάμψη, εκείνη την συγκεκριμένη λάμψη που όποιος την είδε δεν την ξεχνάει και νοιώθει διαπαντός σαν φορτισμένη μπαταρία αλκαλική, επαναφορτιζόμενη από το φώς του ήλιου.

Δεν υπάρχει αρχή και δεν υπάρχει τέλος. Ούτε χρόνος υπάρχει, ούτε χώρος. Τίποτα δεν στέκεται στη θέση του, όλα ρέουν, όλα μεταμορφώνονται, όλα στο σύμπαν έλκονται και απωθούνται, συμπιέζονται, απομαγνητίζονται, εκτοξεύονται, διασπώνται, ανασυντίθενται. Τίποτα στατικό, τίποτα δεδομένο, τίποτα έτοιμο, ώριμο, σχηματισμένο. Γι’ αυτό όταν έρχεται η στιγμή η ελαστική που τα χωράει και πάλι όλα και μηδενίζει το τρισδιάστατο και βρίσκεσαι και πάλι στην  εκκίνηση μιας διαδρομής χωρίς φραγμούς, δεν κάνει να μετράς εσύ με το γνωστό σου ζύγι τα υπέρ και τα κατά, να δείς κατά που γέρνει η πλάστιγγα – δεν κάνει. Είναι σπατάλη και ανοησία μεγάλη.

Εκείνη τη στιγμή μόνο να αιωρηθείς αξίζει, πάνω στην τεντωμένη σου χορδή: Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο. Ας δω την λάμψη εκείνη που στη διάρκεια της χρωστώ την απροσδόκητη ευτυχία μου.