Λόλα Αρίας: Η δικτατορία με τα μάτια της γενιάς μου

της Αριάδνης Λουκάκου

Η εναλλακτική σούπερ σταρ της χώρας της φέρνει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών την παράσταση «Η ζωή μου μετά», βασισμένη σε πραγματικές ιστορίες από τα σκληρά χρόνια του Βιδέλα. Και νιώθει ότι τόσο η χούντα όσο και η χρεοκοπία τη βοηθούν να καταλάβει τη σημερινή Ελλάδα

«Guys! Guys! Μη μιλάτε όλοι μαζί είστε χειρότεροι από τους Αργεντίνους», λέει γελώντας, με τα χρωματισμένα από την ισπανική προφορά αγγλικά της, η Λόλα Αρίας. Σκυμμένοι πάνω από ένα χάρτη, ψάχνουμε τα σημεία της Αθήνας που θα δείχναμε σε έναν τουρίστα αν αποφασίζαμε να κάνουμε ένα «riot tour», ένα «Γύρο των ταραχών», με στάσεις σε σημεία όπως το καμένο Αττικόν και τον πεζόδρομο της Ναυαρίνου, όπου έπεσε νεκρός ο Αλέξης Γρηγορόπουλος. Ακούει με προσοχή τις αφηγήσεις μας στο workshop που έχει οργανώσει. Ζητάει να μάθει τι σημαίνει η κρίση για τους Ελληνες. Μοιάζει πολύ μικρότερη από τα 38 της χρόνια, αλλά το βιογραφικό της είναι εντυπωσιακό.

Η Λόλα Αρίας, η εναλλακτική σούπερ σταρ της Αργεντινής, είναι (μεταξύ άλλων) ποιήτρια, συγγραφέας, σκηνοθέτις, ηθοποιός και τραγουδοποιός. Οι παραστάσεις της είναι ένα κράμα θεάτρου-ντοκουμέντου και μυθοπλασίας. Το 2014 έλαβε την τιμητική διάκριση Premio Konex, με την οποία αναγνωρίστηκε ως μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών της Αργεντινής για την περίοδο 2009-13. Βρίσκεται στην Ελλάδα για να παρουσιάσει σήμερα (και χθές) στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών την παράσταση Mi Vida Despues («H ζωή μου μετά»).

Η «Ζωή μου μετά» ανέβηκε για πρώτη φορά στην Αργεντινή το 2009. Από τότε έχει κάνει τον γύρο του κόσμου: «Εχουμε ταξιδέψει σε πάνω από 30 χώρες. Εχει να κάνει με τη δικτατορία, οπότε είναι κάτι που έχουμε κοινό με την Ελλάδα, αλλά γενικά πιστεύω ότι πρόκειται για ένα έργο με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί ο καθένας και να προβάλει τη δική του ιστορία, απ’ όποια χώρα κι αν είναι. Εξι άνθρωποι που γεννήθηκαν στην Αργεντινή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1976-1983), αφηγούνται την ιστορία των γονιών τους μέσα από φωτογραφίες, φιλμ, ρούχα, γράμματα κτλ. Βασικά παρουσιάζουν επί σκηνής τα οικογενειακά τους αρχεία, ενώ ταυτόχρονα αναπαριστούν στιγμές από τη ζωή των γονιών τους».

Ο καθένας έχει διαφορετικές εμπειρίες: «Μία ηθοποιός αφηγείται την ιστορία του πατέρα της, που είχε λάβει μέρος στο αντάρτικο και σκοτώθηκε πριν ακόμη αυτή γεννηθεί. Ο πατέρας μίας άλλης ανήκε στη μυστική αστυνομία του καθεστώτος. Οπότε υπάρχουν έξι διαφορετικές αφηγήσεις για την ίδια χρονική περίοδο. Είναι λοιπόν ένα πορτρέτο μιας γενιάς, που στοχάζεται πάνω στην ακριβώς προηγούμενη, αυτή των γονιών τους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο λειτουργεί και σαν ένας καθρέφτης, που σου επιτρέπει να κοιτάξεις την ιστορία της δικής σου χώρας».

Η Λόλα Αρίας

Λόλα Αρίας

«Σπούδασα Λογοτεχνία και ταυτόχρονα πήγαινα σε δραματική σχολή και έπαιρνα μαθήματα συγγραφής θεατρικών έργων. Είχα αποφασίσει να δοκιμάσω να κάνω λίγο απ’ όλα. Ανέβασα την πρώτη μου παράσταση το 2000, στο πολιτιστικό κέντρο του Πανεπιστημίου. Επειδή δεν είχα λεφτά “βούτηξα” από τους γονείς μου, αντικείμενα, έπιπλα και ρούχα κάτω από τη μύτη τους. Αυτό που κατάλαβα από πολύ νωρίς είναι αν θες να κάνεις κάτι, κάν’ το με όποιο μέσο διαθέτεις, κάνε τις ιδέες σου δράση και μετά θα έρθει και η αναγνώριση και τα λεφτά και όλα».

«Μία από τις καθοριστικές καμπές στη δουλειά μου ήταν η στιγμή που αποφάσισα ότι θέλω να κάνω ένα έργο με ένα μωρό πάνω στη σκηνή. Ενα αληθινό μωρό, όχι μία κούκλα, ή ένα οποιοδήποτε άλλο σύμβολο, γιατί ήθελα να υπάρχει κάτι το οποίο δεν θα μπορώ να ελέγξω. Το έργο (“Striptease”), ανέβηκε το 2007. Υπήρξαν πολλές δυσκολίες και φυσικά η αγωνία να μην ταλαιπωρηθεί το μωράκι, η μητέρα του οποίου ήταν και η πρωταγωνίστρια. Κι όμως η μικρή δεν έκλαψε ούτε μια φορά. Είχε εξοικειωθεί με τη σκηνή του θεάτρου από τις πρόβες και απολάμβανε την προσοχή των θεατών. Κάπου εκεί είναι που αποφάσισα ότι με ενδιαφέρει περισσότερο η δημιουργία μίας ζωντανής παράστασης, η οποία θα περιέχει στοιχεία δανεισμένα από την πραγματικότητα, θα χρησιμοποιεί κομμάτια από την προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών με τρόπο ντοκιμαντερίστικο, εισάγοντας κάθε είδους αρχειακό υλικό (φωτογραφίες, ρούχα, ταινίες) αντί να γράφω έργα μυθοπλασίας. Πιστεύω ότι αυτή η προσέγγιση έχει ένα πιο προσωπικό χαρακτήρα».

«Η “Ζωή μου μετά” άνοιξε για μένα νέους δρόμους έκφρασης. Με βοήθησε επίσης να πάρω την απαραίτητη απόσταση από τις προσωπικές μου εμπειρίες. Συχνά στο ντοκιμαντέρ –ειδικά αν είναι ένα θέμα που μας αφορά άμεσα– δυσκολευόμαστε να πάρουμε την απαραίτητη απόσταση και να δούμε τα πράγματα καθαρά. Οταν παρουσιάζω δουλειές μου σε άλλες χώρες, η απόσταση που έχω από το αντικείμενο μου επιτρέπει να δουλεύω πολύ πιο ελεύθερα. Οταν ανέβασα το “The year I was born”, που ήταν η αντίστοιχη παράσταση στην Χιλή με Χιλιανούς ηθοποιούς για τη δικτατορία του Πινοσέτ, ένιωθα πολύ πιο άνετα. Bρέθηκα σε ένα περιβάλλον ξένο σε μένα και έτσι ανακάλυπτα κι εγώ σαν θεατής πράγματα, κρατώντας αυτά που θεωρούσα σημαντικά χωρίς να παρεμβαίνει η προσωπική μου εμπειρία. Οταν ανέβασα το “Mi Vida” στην Αργεντινή, φοβόμουν τις αντιδράσεις του κόσμου, φοβόμουν μήπως αισθανθούν κάποιοι ότι τους προσβάλλω, ότι τους κοροϊδεύω, ότι χειρίζομαι τους ανθρώπους και χρησιμοποιώ τις ζωές τους, με τρόπο αδιάκριτο και ηδονοβλεπτικό».

«Με συνδέουν πολλά πράγματα με την Ελλάδα. Με διαφορά λίγων χρόνων είχαμε κι εμείς δικτατορία και εσείς ζείτε τώρα την κρίση που ζήσαμε εμείς το 2001. Οπότε, μέσα από τις κουβέντες που έχω κάνει με Ελληνες –και με έχει εντυπωσιάσει με πόση ειλικρίνεια και πόσο ανοιχτά είναι διατεθειμένοι να μιλήσουν γι’ αυτό- αισθάνομαι ότι μπορώ με μεγάλη ευκολία να μπω στη θέση σας. Εμένα προσωπικά η χρεοκοπία δεν με άγγιξε σοβαρά. Ναι, χάσαμε λεφτά, αλλά δεν καταστραφήκαμε. Πόσω μάλλον, που τότε ήμουν φοιτήτρια, οπότε, έτσι κι αλλιώς, το μπάτζετ μου περιοριζόταν στο χαρτζιλίκι των γονιών μου και σε κάτι δουλειές του ποδαριού. Θυμάμαι όμως, πολύ έντονα, ότι σε μία από αυτές έπρεπε να πηγαίνω από πόρτα σε πόρτα με ένα ερωτηματολόγιο μιας μάρκας σκόνης πλυντηρίου. Και πάντα, στο τέλος, δίναμε σαν δωράκι ένα μικρό δείγμα. Ολος ο κόσμος άνοιγε τα σπίτια του, μόνο και μόνο για να πάρουν οτιδήποτε τους προσφέρονταν».

«Κάτι που μ’ ενδιαφέρει είναι το κίνημα των κάθε λογής “Αγανακτισμένων”, πώς εκδηλώθηκε εδώ και τι διαφορές και ομοιότητες έχει με τα αντίστοιχα κινήματα στην Αργεντινή. Εγώ τότε, ως φοιτήτρια, ήμουν μεν ανακατεμένη, αλλά στην πραγματικότητα ήμουν τόσο απορροφημένη από το θέατρο -ανέβαζα την πρώτη μου παράσταση- που ο ήχος από τις φασαρίες έφτανε σε μένα μέσα από τους τοίχους του θεάτρου που έκανα πρόβες. Και με έναν τρόπο αντικατοπτριζόταν σε αυτά που έγραφα τότε, αλλά νομίζω ακόμα περισσότερο σε αυτά που κάνω τώρα. Δεν θεωρώ τη δουλειά μου πολιτική με την ακτιβιστική έννοια του όρου αλλά, ναι, ζω και εργάζομαι σε μία συγκεκριμένη πραγματικότητα και μ’ ενδιαφέρει πολύ το πώς ζουν οι άνθρωποι, πώς βιώνουν κάποιες καταστάσεις».