Το ροκ του μέλλοντός μας

της Νάντιας Κατσαρού

Έπεσα τυχαία σε ανοιχτή τηλεόραση και σε μια εκπομπή με κάτι παιδιά που διαγωνίζονται στο τραγούδι. Πηγαίνουν υποτίθεται σε ένα τηλεοπτικό μουσικό σχολείο όπου καταξιωμένοι μουσικοί (ξέρεις, από αυτούς που τους παίζει η τηλεόραση, γιατί για μένα ίσως να είναι άλλοι οι καταξιωμένοι) τους δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο θα τραγουδάνε ως σωστοί ποπ και ροκ σταρ. Μετά ντύνονται αναλόγως, στήνονται στα φώτα, ποζάρουν στο φακό, πιάνουν με χάρη το μικρόφωνο και τραγουδούν με πάθος και με στυλ. Μαθαίνουν επίσης πώς να διεκδικούν με λύσσα και μανία τον τίτλο που θα δώσει η εκπομπή, πώς θα γίνουν τα αντικείμενα θαυμασμού στο σχολείο τους, πώς θα φτάσουν στη γιουροβίζιον και ποιος ξέρει πώς αλλιώς μπορεί να φουσκώσει ένα παιδικό μυαλό όταν το βάζουν να παίξει με τη δόξα.

Είναι γνωστό και μέσα από έρευνες ότι η μουσική παιδεία ανεβάζει πολύ το πνευματικό επίπεδο ενός παιδιού. Είναι φανερό πως η έλλειψη μουσικής παιδείας στην Ελλάδα έφερε τη μουσική που ακούμε σήμερα (από σκυλοπόπ μέχρι το νέο «έντεχνο») και σίγουρα έχει ένα μερίδιο στην ευθύνη για την κατάντια μας. Τα πραγματικά μουσικά σχολεία είχαν φτιαχτεί κάποτε με σκοπό να αλλάξουν αυτή τη θλιβερή πραγματικότητα. Οι μαθητές τους πραγματικά ξεζουμίζονται κάνοντας όλα τα μαθήματα που διδάσκονται στα υπόλοιπα σχολεία, συν αρκετές ώρες μουσικής. Ένα παιδί που ολοκληρώνει τις σπουδές του σε μουσικό σχολείο, πέρα από το ότι έχει μάθει να παίζει κουτσά στραβά τέσσερα όργανα, έχει ξεφύγει από τον πνευματικό μέσο όρο των συνομηλίκων του. Το σημαντικότερο είναι ότι όσο και να ξεχωρίσει το ταλέντο του εκεί μέσα, θα του δώσουν ένα σόλο σε συναυλία του σχολείου, αλλά δε θα του δείξουν ποτέ τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει σταρ.

Βέβαια, θα μου πεις και το άλλο: Πώς θα σταθεί σ’ αυτόν τον άγριο κόσμο ένα παιδί εκπαιδευμένο με τέτοιο τρόπο; Θα έρθει αυτή που έμαθε να κουνιέται και να χτυπιέται στο τηλεοπτικό μουσικό σχολείο και θα το εξαφανίσει. Αυτά συμβαίνουν στον κόσμο μας. Στον κόσμο που εμείς δημιουργήσαμε.

Αυτός ο κόσμος λοιπόν, έχει από τη μια τα τηλεοπτικά μουσικά σχολεία, με τους χορηγούς, με τους υποστηρικτές, με τα φώτα που τυφλώνουν τα παιδικά τα μάτια, με τους πολλούς τηλεθεατές που αγωνιούν για το νικητή. Από την άλλη έχει τα δημόσια μουσικά σχολεία, που δεν έχουν καθηγητές μουσικής το μισό χρόνο (τα μουσικά μαθήματα ξεκινούν πάντα λίγο πριν τα Χριστούγεννα) που τα παιδιά διδάσκονται κλασική και παραδοσιακή μουσική κι άντε να κάνεις καριέρα με τέτοια άχρηστα είδη, που δεν τα μαθαίνει κανείς να στήνονται στο φακό, που έτσι και βγουν να παίξουν κάπου, δε θα έχουν καν κοινό.

Αυτός ο κόσμος δημιουργεί δύο κατηγορίες νέων οι οποίοι έχουν αναλάβει ασυνείδητα να διαμορφώσουν το ροκ του μέλλοντός μας. Η μία είναι οι σταρ. Τα παιδιά που οι γονείς τους αποφάσισαν να τα εκθέσουν με τέτοιο τρόπο. Να τα βάλουν να διαγωνιστούν στην τηλεόραση, μπροστά στα μάτια χιλιάδων ανθρώπων που παρακολουθούν με ευχαρίστηση από τους δέκτες τους αυτή τη βαρβαρότητα. Παιδιά που οι γονείς τους απολαμβάνουν την έκθεσή τους και τα παρακινούν να γίνουν ακόμη πιο ανταγωνιστικά και λυσσασμένα για τη διεκδίκηση του τίτλου (που φαντάζομαι θα συνοδεύεται και με κάποιο ποσό ή συμβόλαιο). Η άλλη είναι τα παιδιά που μαθαίνουν πώς να δίνει ο καθένας τον καλύτερό του εαυτό για να πετύχει την άψογη απόδοση της ορχήστρας ή της χορωδίας. Παιδιά που διδάσκονται ένα μάθημα μουσικής μα και ζωής: Την αρμονία. Που άμα η αρμονία σού γίνει τρόπος ζωής, άντε να ζήσεις στον κόσμο αυτόν τον ανώμαλο.

Σ’ αυτόν τον κόσμο θα επιβιώσει η πρώτη κατηγορία. Γιατί αυτή έχει τους υποστηρικτές της. Αυτή έχει το κοινό της. Αυτή μάθαμε να θαυμάζουμε, αυτήν να ακολουθούμε. Με αυτά τα πρότυπα πορευόμαστε κι εμείς. Από την άλλη κατηγορία, ίσως προκύψουν τίποτα θρασίμια που αδίκως θα αναζητούν στον πραγματικό κόσμο την αρμονία που διδάχτηκαν κι έκαναν κομμάτι της ζωής τους.

Η μουσική και γενικότερα η τέχνη που θα συντροφεύει το μέλλον μας, είναι δική μας επιλογή. Εμείς επιλέγουμε και τα πρόσωπα και τις αξίες και τον τρόπο ζωής. Και μέσα από όλα αυτά, επιλέγουμε και την πολιτική του μέλλοντός μας. Δεν έχουμε καμιά δικαιολογία, κανένα λόγο να διαμαρτυρόμαστε.