Αχ! ο Νίκος μου

της Αθηνάς Τζολάκη

Η θεία Παναγιώτα, ήταν ξαδέλφη του παππού μου, Ζακυνθινή. Όταν είμαστε μικρά, του δημοτικού, είχε μετακομίσει σπίτι μας και μας πρόσεχε, μας μαγείρευε και μας έλεγε ιστορίες από τα νιάτα της, παραμύθια για της κιτρολεμονιάς την κόρη και τον αράπη κάτω από τη γη. Αλλά μιας και η συμφωνία συγκατοίκησης ήταν άτυπη και απροσδιορίστου χρόνου, διατηρούσε και ένα δωμάτιο με τα πράγματά της, σε μια αυλή, με κοινόχρηστο μπάνιο και το κλασικό τσίγκινο ντεπόζιτο με την βρυσούλα, για το πρωινό νίψιμο. Η θεία Παναγιώτα φορούσε πάντα μαύρα γιατί ήταν χήρα και ήξερε πως να σταματά τους πόντους στο μαύρο καλσόν της με λίγο σαπούνι η λίγο άχρωμο μανό. Έβαφε τα μαλλιά της ξανθά και τα χτένιζε κοντά μπουκλάκια, δωρεάν στις Σχολές Αμάραντος, γιατί τα ελάχιστα χρήματα που είχε προέρχονταν από ένα χαρτί απορίας, κάποιες ενέσεις που έκανε στην γειτονιά και από τα πορτοφολάκια που κεντούσε σταυροβελονιά για έναν οργανισμό εργόχειρου, που και αυτά είχαν μεσάζοντα μιαν άλλη κυρία, σε μιαν άλλη αυλή. Η θεία Παναγιώτα είχε συχνά καρφιτσωμένο στο πέτο της ένα μπουγαρίνι ή μια γαρδένια, είχε πάντοτε φρυγανιές για την λιγούρα, όπως έλεγε, στην μαύρη τσάντα της, έτρωγε μονίμως κολοκυθάκια και έπαιρνε χαπάκια Διαμπινέζ. Έλεγε τον ποπό μπομπό και τα τσίσα τσια. Ήταν μικροκαμωμένη και κοιμόταν στην τραπεζαρία μας σε ένα μικρό κρεβάτι, αλλά ποτέ από την αριστερή μεριά, γιατί όπως πίστευε δεν έπρεπε να πλακώνει την καρδιά γιατί είχε και στηθάγχη.

Τον θείο Νίκο τον άντρα της, τσαγκάρη στο επάγγελμα, τον πρόλαβα, ήταν ασπρομάλλης με γκριζογάλανα μάτια και με το βλέμμα του πρόσφυγα που η καρδιά του δεν τον έχει ακολουθήσει ολόκληρη στην Αθήνα. Παντρεύτηκαν μεγάλοι, ζήσαν μερικά χρόνια αγαπημένοι σε μιαν αυλή και ο θείος Νίκος μια μέρα πνίγηκε από ένα κομμάτι ψωμί που πήγε στραβά. Όταν τον θυμόταν η θεία πάντα έλεγε αχ! ο Νίκος μου. Πήγαινε συχνά στην παλιά της αυλή, εκεί που ζούσε με τον Νίκο και φρόντιζε μια κατάκοιτη μισότυφλη γριά, για την ψυχή του. Η γριά αυτή κυρία παρότι δεν έβλεπε ήθελε να της φέρνει η θεία περιοδικά, με τον Κωνσταντίνο και την Άννα-Μαρία, εκεί τα χαλάγανε λίγο. Εμένα μου έπαιρνε την Διάπλαση των Παίδων. Για τον εαυτό της έπαιρνε τεύχη ‘Πικρή, Μικρή μου Αγάπη’. Πολλές φορές πηγαίναμε παρέα και στο νεκροταφείο. Τα ψυχοσάββατα αγόραζε για τον τάφο του θείου ένα στεφάνι με πλαστικά γιασεμιά.

Όπως πολύ συχνά, έτσι και μια μέρα η θεία Παναγιώτα με πήρε μαζί της να πάμε να δούμε τι γίνεται το δωμάτιό της, να πληρώσει το ενοίκιο της και ίσως να ξεσκονίσει λίγο. Πήραμε το πράσινο λεωφορείο, για τις δυο, τρεις στάσεις απόσταση και φτάσαμε στο μικρό δωμάτιο στην μικροσκοπική αυλή. Εγώ πέρασα λίγο χρόνο παρατηρώντας το καναρίνι της σπιτονοικοκυράς, απάντησα φαντάζομαι μονολεκτικά σε όλες τις ερωτήσεις της και μετά πήγα μέσα στο δωμάτιο με την θεία όπου βάλθηκα να παρατηρώ, το σιδερένιο κρεβάτι, τον μπουφέ με την βιτρίνα, την κεραμική της γάτα μπιμπελό, που δεν μπορούσα να καταλάβω την χρησιμότητά της αφού δεν έκανε για παιχνίδι. Ευτυχώς υπήρχε και το ρολόι ξυπνητήρι από βακελίτη με την μπαλαρίνα έτοιμη για την στροφή της πάνω στις πουέν, κάτι ήταν κι αυτό. Έψαχνα λοιπόν κάτι να ασχοληθώ και να, εκεί που ξεσκόνιζε η θεία τα υπάρχοντά της, σταμάτησε σε ένα κουτί, μπεζ, μεγαλούτσικο. Εδώ, μου λέει, με έναν αναστεναγμό, έχω τα εργαλεία του Νίκου, με αυτά διόρθωνε παπούτσια και έφτιαχνε πασουμάκια, πολύ ωραίες παντόφλες, ήξερε την τέχνη από μικρός, στην πατρίδα του την είχε μάθει. Αυτά είπε και άνοιξε το κουτί να μου δείξει, και τότε σας ορκίζομαι ένα ασημένιο φως πετάχτηκε από το κουτί και διαχύθηκε μπροστά μου και μέσα σε αυτό το ασημένιο σύννεφο είδα όλα τα πασουμάκια που είχε φτιάξει ο θείος Νίκος. Άλλα βελούδινα με κεντήματα και πούλιες, άλλα υφασμάτινα με χρυσοκλωστές, και άλλα δερμάτινα με στερεά γαζιά. Πασουμάκια χαριτωμένα για κοριτσάκια, περίτεχνα για προίκες, παντόφλες για λεχώνες και άλλες για νοικοκυρές με κουρασμένα πόδια. Η θεία όμως γρήγορα έκλεισε το κουτί, είπε αχ!ο Νίκος μου και το ασημένιο σύννεφο διαλύθηκε.

Πήραμε σιγά σιγά τον δρόμο του γυρισμού, είχε αρχίσει να βραδιάζει. Ευτυχώς στον δρόμο μύριζαν τα γιασεμιά που πολύ την παρηγορούσαν, αν και την μοίρα της την είχε αποδεχθεί από καιρό. Το βράδυ στην μαυρόασπρη τηλεόραση θα βλέπαμε τον Λόουν Ρέηντζερ, που πολύ της άρεσε γιατί θεωρούσε ότι είχε γαλάζια μάτια.