Το Πολυτεχνείο ζει (αλλά εκτός νόμου)

του Άρη Δαβαράκη

Έχω, κάθε χρόνο,  μεγάλο πρόβλημα με την επέτειο του Πολυτεχνείου και με τον τρόπο που γιορτάζεται. Έχω γράψει πολλά κείμενα, πολλές φορές, πολλές χρονιές και έχω προσπαθήσει να μεταδώσω με διάφορους τρόπους αυτό που νοιώθω. Κάθε φορά, πάνω σε κάποια στροφή της φράσης, στο ολίσθημα μιας «λάθος λέξης», στην ένταση που και τώρα νοιώθω καθώς, για άλλη μια φορά προσπαθώ να βρω τα λόγια να εξηγήσω, χάνω το δίκιο μου. Παλεύεις εσύ να περιγράψεις όσο πιο καθαρά γίνεται τι συνέβη πραγματικά εκείνες τις μέρες, εκείνη την εβδομάδα που κατέληξε στην νύχτα της Παρασκευής και το ξημέρωμα του Σαββάτου, και τα κοράκια απέναντι περιμένουνε πότε το καρδιοχτύπι σου θα σε κάνει να χάσεις τον ειρμό και το μέτρο για να ορμήσουνε να σε καρφώσουν κατ’ ευθείαν  στην καρδιά με τα σκληρά τους ράμφη, τα αδυσώπητα. Πονάει πολύ αυτή η διαμάχη αλλά, μεγαλώνοντας, καταλαβαίνω ότι είναι φυσικό να πονάει πολύ γιατί αυτή η λάμψη που διαρκεί για πάντα και που χαράχτηκε ανεξίτηλα στην ψυχή και το μυαλό μου εκείνες τις μέρες και τις ώρες και τα δευτερόλεπτα που τα έζησα μέσα στο Πολυτεχνείο (μέχρι την ώρα που μαθεύτηκε ότι από την Αλεξάνδρας κατεβαίνουν τανκς), αυτή ακριβώς η λάμψη είναι ο μεγάλος εχθρός όσων στην πλάτη μιας αδιαπραγμάτευτης και εκτυφλωτικής αθωότητας, στήσανε τα μεγάλα μαγαζιά τους, την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, τις γιγαντιαίες ΑΕ τους - και ζήσανε από τα κέρδη που αποκόμισαν χάρη στην φιδίσια ευκινησία και την ευστοχία των ελιγμών τους, πλουσιοπάροχα –μέχρι και σήμερα.

Φέτος ομολογώ ότι, δεδομένης πια της κατάρρευσης αυτού του μεταπολιτευτικού συστήματος που κόστισε στον τόπο πιο ακριβά και από την χούντα, τα αισθήματα μου διαφέρουν. Crime doesn’t pay. Αλλά δεν μπορείς να χαρείς που φάγανε τα μούτρα τους τελικά όλοι αυτοί που «πήραν την αλήθεια μας και μας την κάναν λιώμα», γιατί μαζί με την αλήθεια μας ποδοπατήσανε με πρωτοφανή αγριότητα όλη την υγεία που κουβαλούσε μέσα του το πραγματικό Πολυτεχνείο – και την πληρώσανε όλοι οι Έλληνες, η ίδια η Ελλάδα. Μας οδηγήσανε εδώ που είμαστε σήμερα, καβάλα στον κυνισμό και την σκληρότητα που χαρακτήρισαν τον βίο και την πολιτεία τους – και θα έχουν βέβαια τέλος κακό. Έλα όμως που το κακό τέλος της πονηριάς, της αρπαγής και της θρασυδειλίας δεν μπορεί να παρηγορήσει αυτούς που ούτε για μια στιγμή δεν σκεφτήκανε πονηρά αλλά τρέξανε να ταμπουρωθούνε πίσω από την Πύλη και την περίφραξη του Πολυτεχνείου εκείνο τον Νοέμβριο του 1973, ενθουσιασμένοι, γελαστοί, αποφασισμένοι, ερωτευμένοι με το θαύμα που το νοιώθανε να σπαρταράει ολοζώντανο μέσα τους και γύρω τους. Μπορεί και να το έχουν μετανιώσει όλοι αυτοί που το καταντήσανε το Πολυτεχνείο άλλη μια «εθνική αργία» στερημένη νοήματος. Αλλά τι να το κάνεις; Εκείνη η ευκαιρία χάθηκε για πάντα. Ότι δεν καταφέρανε τα τανκς, το καταφέρανε τα δυό μεγάλα κόμματα που ξεπουλήσανε ότι αυθεντικό, δυναμικό, υγιές και, φυσικά, ανεξέλεγκτο υπήρχε σ’ εκείνη την εξέγερση με τα νεράντζια και τα τραγούδια. Φτιάξανε από όλα αυτά ένα άψυχο μνημείο (μία κομμένη κεφαλή μαρμάρινη που παραγγείλανε σε κάποιον γλύπτη της αισθητικής τους) και πάνε εκεί 40 χρόνια τώρα και καταθέτουνε στεφάνια βαριεστημένοι και φρουρούμενοι, ο ένας μετά τον άλλον, σε συγκεκριμένη ώρα, με κάμερες και φωτογράφους, άθλιοι και αποτυχημένοι, αξιοθρήνητοι.

Όλα αυτά όμως δεν έχουν καμία σχέση με το Πολυτεχνείο. Το Πολυτεχνείο – και κάθε αυθόρμητη, δυναμική, ενθουσιασμένη διαμαρτυρία ή εξέγερση  - συνεχίζει να είναι ο' τι φοβούνται και μισούν τα καθεστώτα, τα συστήματα, τα εγκλωβισμένα ανθρωπάκια που συναποτελούν την «εξουσία» - όλες τις εξουσίες. Πάνε και δήθεν το «τιμούν» για να μειώσουν την σημασία του. Κατά βάθος ξέρουν πως η παρουσία τους και η «αναγνώριση» του Πολυτεχνείου από τα βρώμικα μυαλά τους, στην ουσία ακυρώνει την αληθινή σημασία του.

Ακόμα και τώρα το φοβούνται το Πολυτεχνείο, γι’ αυτό το ραντίζουνε με λουλούδια απ’ τα νεκροταφεία, όπως κάνουνε και στους τραγουδιστές που προτιμάνε. Το οικειοποιούνται, το κάνουνε «δικό τους».

Αλλά παρα την 40χρονη προσπάθεια δεν το έχουνε ακόμα καταφέρει. Γιατί όλα τα συστατικά του θαύματος που συναποτελούν το αληθινό Πολυτεχνείο, κρύβονται. Μετακόμισαν και ζουν αλλού και ούτε που νοιάζονται για τους εορτασμούς των εκπροσώπων της εξουσίας.

Δεν ξέρω αν θα ζω, αλλά όταν θα έρθει η ώρα θα το καταλάβουνε όλοι πολύ καλά τι σημαίνει αληθινό «Πολυτεχνείο».

(Και θα φροντίσω να ζω γιατί πολύ θέλω να νοικιάσω έναν γερανό και να πετάξω σε μια χωματερή αυτήν την κομμένη κεφαλή, το «άγαλμα» που προσκυνούν οι επίσημοι και το στολίζουν με στεφάνια και κορδέλες. Πολύ θα το ευχαριστηθώ).