Τι θα γίνει με τα χρέη της Ελλάδας;

Των Κέρστιν Γκάμελιν & Ράιμουντ Λεβ

Ελλάδα, Ελλάδα, και πάλι Ελλάδα. Στη χώρα με τα μαγευτικά, ηλιόλουστα νησιά γεννήθηκαν η δημοκρατία και οι Ολυμπιακοί Αγώνες, αλλά και η κρίση που το 2009, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατακρήμνισε οικονομικά την Ελλάδα στο επίπεδο μίας αναπτυσσόμενης χώρας, κλόνισε τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξερίζωσε βεβαιότητες ετών και αναγκάζει τους Ευρωπαίους να σχεδιάσουν ένα όραμα για το μέλλον.

Το καλοκαίρι του 2014 πάντως, επικρατούσε για πρώτη φορά ηρεμία. Είναι περίοδος ανάπαυλας, δεν υπάρχουν εστίες οξείας κρίσης, όσοι ασχολούνται με τη διάσωση του ευρώ και την αντιμετώπιση της κρίσης έχουν γίνει πλέον ειδικοί. Τα προβλήματα λύνονται αθόρυβα. Αυτή η ηρεμία μάς δίνει τον απαραίτητο χρόνο να προβούμε σε απολογισμούς και να αναλύσουμε αν η πολιτική διάσωσης των προηγούμενων μηνών ήταν η σωστή για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υπάρχουν αναλυτές, όπως ο Ζαν Πιζανί-Φερί, πρώην επικεφαλής της φημισμένης δεξαμενής σκέψης των Βρυξελλών Bruegel, σύμβουλος σήμερα του προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, που διατείνεται ότι η Ελλάδα ήταν κατά κάποιον τρόπο άτυχη. Άτυχη, επειδή το έλλειμμα, το οποίο ανακάλυψε η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου το 2009, έδωσε το έναυσμα για το ξέσπασμα της κρίσης. Η δραματική κρίση των προηγούμενων ετών παρουσιάστηκε ως κρίση χρέους και αποφασίστηκαν σκληρά μέτρα λιτότητας για να καταπολεμηθεί η αιτία της – δηλαδή τα χρέη.

Ο Πιζανί-Φερί κάνει έναν ενδιαφέροντα συλλογισμό: Τι θα γινόταν, αν είχαν χρεοκοπήσει πρώτες οι τράπεζες της Ιρλανδίας; Ή τα ισπανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα; Μία μικρή χρονική μετάθεση και η Ευρώπη δεν θα αντιμετώπιζε μία κρίση χρέους, αλλά μία τραπεζική κρίση. Η πολιτική διάσωσης θα ήταν σίγουρα εντελώς διαφορετική, ακόμα και για την Ελλάδα και μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα ότι τα μέτρα λιτότητας δεν θα ήταν τόσο εύκολο να αιτιολογηθούν. Αντ’ αυτού οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να τολμήσουν να συγκρουστούν με τις ισχυρές τράπεζες.

Εντωμεταξύ η ευρωζώνη απέκτησε μία κεντρική τραπεζική εποπτεία και κανόνες για την εξυγίανση των προβληματικών τραπεζών, παρόλο που οι τράπεζες δεν έχουν εξυγιανθεί ακόμη. Τα stress test της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της νέας κεντρικής εποπτείας, ενδέχεται να φέρουν στο φως δυσάρεστες πληροφορίες.

Έχοντας στη διάθεσή μας πολυάριθμες συζητήσεις με πρόσωπα που συμμετείχαν στις αποφάσεις και τις διαδικασίες, καθώς και τα άκρως εμπιστευτικά πρακτικά των Συνόδων Κορυφής, στο βιβλίο μας περιγράφουμε με ποιον τρόπο η Ευρώπη αναζητούσε παραπαίοντας τη διέξοδο από την κρίση, με ημίμετρα έκτακτης ανάγκης.

Το τίμημα, το οποίο πληρώνουν στις 28 πρωτεύουσες οι πολιτικοί που καθόρισαν τις εξελίξεις, αποτυπώνεται στις ευρωεκλογές του 2014. Οι πολίτες γυρίζουν την πλάτη και δεν εμπιστεύονται τα καθιερωμένα κόμματα όσο πριν από πέντε χρόνια. Η Ευρώπη κάνει μία δεξιά στροφή: στη Βρετανία, στη Γαλλία, στη Δανία. Στη Γερμανία το κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), που θέλει να πετάξει έξω από τη νομισματική ένωση τα αδύναμα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, έλαβε επτά έδρες. Οι πολέμιοι του ευρώ σημείωσαν επιτυχίες και στη Γαλλία και την Ιταλία. Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε αναβρασμό.

Και η Γαλλία; Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο στη Γαλλία! Το αστικό κόμμα «Ένωση για ένα Λαϊκό Κίνημα» (UMP) είναι υπό διάλυση, αφού το ακροδεξιό στρατόπεδο τού κλέβει ψηφοφόρους, ενώ μια σειρά οικονομικών σκανδάλων πλήττει την αξιοπιστία του. Ο σοσιαλιστής πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ με την αδυναμία που επιδεικνύει τρέπει τους ψηφοφόρους σε φυγή. Η χώρα κοιτάζει ενεή τον ανατρεπτικό ενθουσιασμό της προέδρου του ακροδεξιού κόμματος «Εθνικό Μέτωπο» Μαρίν Λε Πεν. Ένα τόσο μεγάλο ποσοστό (25%) για ένα κόμμα που απαιτεί τη ρήξη με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την ανατροπή της κοινωνικοπολιτικής ιεραρχίας στο εσωτερικό είναι κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί από την εποχή της παρακμής των μεγάλων κομμουνιστικών κομμάτων στη Δυτική Ευρώπη.

Στην Ελλάδα ο κυβερνητικός συνασπισμός υπό τον Αντώνη Σαμαρά αντέχει ακόμη, αν και το αριστερό, εναλλακτικό κόμμα ΣΥΡΙΖΑ πήρε καθαρά την πρωτιά από τους συντηρητικούς. Οι κλυδωνισμοί των προηγούμενων δύο χρόνων έκαναν πιο ανθεκτική τη συμμαχία της ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ απέναντι στην άνοδο της Αριστεράς, η οποία πιστεύει ότι για τα πολλά λάθη του παρελθόντος ευθύνονται εξίσου η Ευρώπη και το ελληνικό κατεστημένο.

Στην απόδοση ευθυνών, η ελληνική Αριστερά μοιάζει με το «Κίνημα Πέντε Αστέρων» του πρώην κωμικού Μπέπε Γκρίλο: για τους οπαδούς του Γκρίλο, γνωστούς και ως «Grillini», οι βασικοί υπαίτιοι για την κατάσταση της χώρας τους είναι η Μέρκελ και ο Σόιμπλε. Ο μεγάλος νικητής βέβαια των ευρωεκλογών είναι ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, τον οποίο στις Βρυξέλλες η Μέρκελ προσφωνεί «ταυρομάχο» (Matador). Στην Ιταλία, εδώ και δεκαετίες, καμία πολιτική δύναμη δεν έχει λάβει πάνω από το 40% των ψήφων, όπως πέτυχε τώρα το αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα. Ο Ρέντσι εξηγεί ακούραστα ότι η Ιταλία χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, όχι επειδή το ζητούν η Ευρώπη και η Γερμανία, αλλά προς το συμφέρον και μόνο της χώρας. Ο νεαρός πρωθυπουργός συνδυάζει την ανανέωση της πολιτικής τάξης στην Ιταλία με την απαίτηση απέναντι στην Ευρώπη να χαλαρώσει τα μέτρα λιτότητας εφόσον χρησιμοποιηθούν τα χρήματα για επενδύσεις που θα προωθήσουν την ανάπτυξη.

Οι υπόλοιποι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, και πρώτη από όλους η Μέρκελ, είναι αναγκασμένοι να ανοίξουν μία νέα συζήτηση για την πολιτική λιτότητας, τους στόχους των ελλειμμάτων και τα χρέη.

Οι θύελλες οξύνουν τις αντιθέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αρχηγοί των κυβερνήσεων έχουν λίγα περιθώρια για συμβιβασμούς στην εσωτερική πολιτική των χωρών τους. Οι αντιθέσεις αυτές αντικατοπτρίζονται και στην αντιπαράθεση για την πλήρωση των ηγετικών θέσεων στην Ευρώπη. Στο παρελθόν, το ζήτημα της εκλογής προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δηλαδή του επικεφαλής της Ευρώπης, απασχολούσε στην καλύτερη περίπτωση τους συμβούλους των κυβερνήσεων, που ήταν αρμόδιοι για τα ευρωπαϊκά θέματα. Σήμερα σε ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο, αρθρογράφοι και σχολιαστές ασχολούνται με το αν θα καταφέρει να πάρει τη θέση ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Ο Ντέιβιντ Κάμερον συνδέει μάλιστα την παραμονή της Μεγάλης Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση εμμέσως με τη συγκεκριμένη απόφαση.

Παραδόξως βέβαια, η αντιπαράθεση για τον διορισμό του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ οδηγεί και στην αναγέννηση της πολιτικής Ευρώπης. Βιώνουμε, θα έλεγε κανείς, τις ωδίνες και αναμένουμε τη γέννηση της ευρωπαϊκής εσωτερικής πολιτικής όπου τα κράτη-μέλη θα είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, όσο ποτέ πριν.

Τα σχέδια του 2012 για έναν ξεχωριστό προϋπολογισμό για τις χώρες της ευρωζώνης, για μία επιτροπή για το ευρώ στο Ευρωκοινοβούλιο και για τις κοινές ευρωπαϊκές κοινωνικές δαπάνες σε αντάλλαγμα για την ειδική μεταχείριση που αξιώνει η Βρετανία, είναι πιθανό να επανέλθουν στο προσκήνιο πολύ πιο γρήγορα από όσο φαντάζονται οι κουρασμένοι Ευρωπαίοι πολιτικοί. Όπως άλλωστε, ας μην το ξεχνάμε, και το ερώτημα «τι θα γίνει με τα χρέη της Ελλάδας;».

* Από τον πρόλογο του βιβλίου Ποιοι κινούν τα νήματα στην Ευρώπη, των Κέρστιν Γκάμελιν και Ράιμουντ Λεβ, εκδόσεις Μίνωας