Σκέψεις πριν απ’ το φινάλε

του Άρη Δαβαράκη

Έχω την αίσθηση πως κάτι μη αναστρέψιμο έχει συμβεί σε παγκόσμια κλίμακα και είμαι βέβαιος πως θα χρειαστούν –και θα γίνουν ως εκ τούτου – τολμηρά άλματα για να βρει πια η ανθρωπότητα (και όχι αυτό που τόσο φιλάρεσκα λέγαμε «ο πολιτισμένος κόσμος» μέχρι προχθές)  έναν νέο βηματισμό που ο «σφυγμός» του θα λαμβάνει πια υπ’ όψιν όλον τον πλανήτη. Το μικρό μου το μυαλό βλέπει ξεκάθαρα πως οι οικονομικοί σχεδιασμοί των τελευταίων δεκαετιών, επάνω στην στροφή του αιώνα περίπου, αποδείχτηκαν εκτός πραγματικότητας. Εμείς οι «πολιτισμένοι» με την ραγδαία μας ανάπτυξη και το βόλεμά μας (σε διάφορες οικονομικές κλίμακες), επιλέξαμε ηγεσίες που θα μας εξασφάλιζαν –έστω και με παράνομους, ανήθικους και βρώμικους τρόπους – το «κεκτημένο» του βολέματός μας: Και εδώ στην Ελλάδα, όπως και σε όλη την Ευρώπη, ψηφίζαμε «μάγκες», «παιδιά της πιάτσας», «γνώστες της αγοράς» (μαύρης και άσπρης και κίτρινης) που θα φροντίζανε να μας εξασφαλίσουνε την παραμονή μας στο κλαμπ του euro, του δολαρίου και της στερλίνας, της δυνατότητάς μας να χρωστάμε εσαεί, να φτιάχνουμε φούσκες πάνω σε άλλες φούσκες για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε την παραίσθηση ότι γίναμε όλοι «άρχοντες», με τζιπ και εξοχικά, πισίνες και κάρτες, ταξιδάκια και καλά κρασιά – για να μην συνεχίσω την περιγραφή.

Όμως αυτό δεν κατέστη δυνατόν. Για άλλη μια φορά, κάποιοι πολύ πιο έξυπνοι από μας (και από το πολιτικό προσωπικό που ψηφίζαμε), όταν είδαν ότι ο «χρηματοπιστωτικός πλούτος» κινδύνεψε να γίνει για όλους πια μια μεγάλη σαπουνόφουσκα που, όταν θα έσκαγε τελειωτικά θα οδηγούσε σε παράλυση αυτό που λέμε «παγκόσμια οικονομία» και θα έπαιρνε κι’ αυτούς μαζί στην μεγάλη κατηφόρα, άρχισαν πάλι να «μαζεύουν», να αποθηκεύουν κεφάλαια, να τα εξαφανίζουν από την αγορά. Και οι ταλαίπωροι αυτοί οι εκλεγμένοι για να μας εξασφαλίσουνε την καλοπέρασή μας, βρέθηκαν ξαφνικά στριμωγμένοι για καλά στη γωνία. Από «πρωθυπουργοί», «υπουργοί οικονομικών», «Υπουργοί Εθνικής Αμύνης», «Διοικητές τραπεζών» κλπ, βρέθηκαν στην πολύ δυσάρεστη θέση του καρπαζοεισπράκτορα. Έπρεπε τώρα  να διαλέξουνε με ποιους θα πάνε και ποιους θ’ αφήσουνε. Σε ποιους να ποντάρουνε; Στους πραγματικά «έχοντες» που θα τους εξασφάλιζαν κάποιες σοβαρές οικονομικές αποδοχές και το «κοινωνικό στάτους» των, έστω και κατά φαντασίαν «ηγετών» - η με τον πολύ κόσμο που βρέθηκε χρεωμένος μέχρι το λαιμό, χωρίς τζιπ, χωρίς πισίνα, χωρίς δυνατότητα να δανειστεί από πουθενά –και, βέβαια, χωρίς τις «καλές τράπεζες» με τις ωραίες καρτούλες τους τις πιστωτικές και τα στεγαστικά τους, τα διακοποδάνεια,  τα καταναλωτικά και όλες αυτές τις ομορφιές;

Ο παράς σέρνει καράβι, όπως όλοι γνωρίζουμε. Έτσι το πολιτικό μας προσωπικό δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να μπει στα μισθολόγια της ολιγαρχίας των πραγματικά πλούσιων και να ακολουθήσει τις οδηγίες των εκπροσώπων τους που ζητούσαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, τα λεφτά τους πίσω – γιατί το αρχικό σχέδιο δεν δούλεψε, δεν ήταν (γμτ) καλά «σχεδιασμένο». Ο πολύς κόσμος θα έπρεπε τώρα να επιστρέψει στην γνώριμη φτώχεια του από την οποίαν είχε αποδράσει για δυό (άντε τρείς) δεκαετίες και οι «λίγοι» θα έπρεπε πάλι να αποσυρθούν διακριτικά από την κυκλοφορία «για να μην προκαλούν». Πίσω Γιάννη τα καράβια σου λοιπόν: Η (νέο) φιλελευθερία απέτυχε. Τα έκανε θάλασσα. Απολύσεις, λουκέτα, φόροι, χαράτσια, ανεργία, αφραγκιά, άστεγοι, γέροι και άρρωστοι χωρίς φάρμακα –και, μόνο στην Ελλάδα, σχεδόν τρία εκατομμύρια άνθρωποι να ζουν στο όριο της φτώχειας ή κάτω από αυτό. Και δεν μας φτάνανε όλα, πάνω στο μεγάλο «άνοιγμα» ξεχάσαμε να κάνουμε αγροτικές δουλειές και μας βολέψανε οι Αλβανοί, ξεχάσαμε να κάνουμε δουλειές του σπιτιού και μας βολέψανε οι Φιλιππινέζες, ξεχάσαμε γενικά πολλά πράγματα και βάλαμε τον «ξένο» να καθαρίζει – μέχρι που ο ξένος δεν ήταν πια ξένος, έγινε ένας από μας, και τώρα πεινάμε παρέα και κοιμόμαστε παρέα στα παγκάκια αφού «δεν υπάρχουν λύσεις».

Αυτό που σκέφτομαι με κάποια ανακούφιση ομολογώ, είναι ότι πράγματι, δεν υπάρχουν λύσεις γι’ αυτούς που θέλουνε  να γίνει ένα θαύμα και να βρεθούνε στην στροφή του αιώνα, στην τελευταία δεκαετία του προηγούμενου, «με όλα τα κομφόρ της εποχής». Πάει αυτό, το δοκίμασε η «ελεύθερη οικονομία» και της βγήκε ανεξέλεγκτο και τώρα το συμμαζεύει με σφιγμένα χειλάκια και τεντωμένα δάχτυλα σαν της κυρίας Λαγκάρντ και της κυρίας Μέρκελ – που την βλέπετε πόσο απλή είναι, σαν να μην αλλάζει φόρεμα ποτέ και να μην πηγαίνει και ποτέ κομμωτήριο.

Αλλά ας μην το ρίξουμε πάλι στην πλάκα – γιατί δεν είναι καθόλου αστείο αυτό που συμβαίνει. Είδα την ταινία «Δύο ημέρες,μία νύχτα» των Νταρντέν προχτές και σας προτείνω να την δείτε και εσείς μόλις μπορέσετε. Η Σαντρά (που την ερμηνεύει συγκλονιστικά η  Μαριόν Κοτιγιάρ) παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατήσει τη δουλειά της σε μια μικρή βιομηχανία φωτοβολταϊκών. Όλα ξανά εξαρτώνται από αυτόν τον δεύτερο μισθό, το σπίτι, το σχολείο των παιδιών, η ψυχική της ισορροπία, το σέξ με τον άντρα της. Εκείνος δουλεύει σε ένα εστιατόριο αλλά αυτό δεν φτάνει. Πρέπει να δουλεύει και η Σαντρά.

Και εδώ κάπου ήρθαμε – την έχουμε ξαναδεί από δω και πέρα την ταινία. No credit. Έχεις να πληρώσεις θα φας, δεν έχεις δεν θα φας. Και οι άλλοι δεκαέξι συνάδελφοί σου στη δουλειά περνάνε τα ίδια ή και χειρότερα ζόρια από τα δικά σου. Το αφεντικό είναι και πάλι αφεντικό – κάνει λογαριασμούς και κάποιον πρέπει να απολύσει γιατί η δουλειά βγαίνει και με δεκάξι –δεν χρειάζεται δεκαεφτά. Κάποιος θα μείνει άνεργος.

Εδώ ήρθαμε. Οι (νέο) φιλελεύθεροι  δεν τα καταφέρανε, κάνανε πιο πλούσιους τους πλούσιους και τους φτωχούς φτωχότερους – λέτε αυτός να ήταν ο στόχος τους από την αρχή;  Μπα. Δεν τους έχω για τόσο μπροστά.

Και τώρα που στην Ελλάδα (αλλά όχι μόνο στην Ελλάδα) ετοιμαζόμαστε να ψηφίσουμε αριστερά πια, να δούμε τι έχει να προτείνει η νέα γενιά τους και πως θα καταφέρει να κάνει τον κόσμο λίγο πιο ανθρώπινο και δίκαιο, είναι πολλά τα μεγάλα, θεμελιώδη, τα κεντρικά ερωτήματα που τίθενται στην εκκίνηση αυτής της προσπάθειας: Τι θέλουμε; Βιομηχανία, ανάπτυξη, επενδύσεις, κεφάλαια, εκατομμύρια, χρηματιστήρια – και άλλες φούσκες, αριστερές αυτή τη φορά;

Η προτιμάμε μια πιο ήπια ανάπτυξη που να ταιριάζει στον τόπο μας, να σέβεται το οικοσύστημα, την φύση, τον πλανήτη, τον ίδιον τον άνθρωπο σαν ζωντανό κρίκο της μεγάλης αλυσίδας του οικοσυστήματος; Θα ξυρίσουμε τα βουνά μας για να τα γεμίσουμε ανεμογεννήτριες ή θα κοιτάξουμε λιγάκι μέσα μας να δούμε τι θέλει και αυτή η έρμη η ψυχή μας που βασανίζεται σ’ έναν τρελλό ανταγωνισμό κατανάλωσης που την έχει πια εξοντώσει και χρειάζεται πάλι χημικά, χάπια, φάρμακα, για να αντέξει;

Θα σκεφτούμε επί τέλους τι θέλουμε, πως θέλουμε να ζήσουμε, εδώ που βρισκόμαστε, στην γεωγραφική Ελλάδα;  

Θα κουβεντιάσουμε τις άλλες λύσεις, τις άλλες προτάσεις, τις πιο συμβατές με την πραγματική μας υπόσταση, την συνδεδεμένη άρρηκτα και νομοτελειακά με τις βαθύτερες και πιο διαυγείς ψυχικές μας ανάγκες;

Δεν ξέρω. Έχω γράψει πολλές λέξεις χωρίς να οδηγήσω το καράβι στο λιμάνι. Δεν ξέρω και εγώ που είναι το λιμάνι. Νοιώθω όμως πως αν η αριστερά που θα αναλάβει την ευθύνη στην αμέσως επόμενη φάση δεν παρασυρθεί από «μεγαλεία» και οράματα καλπάζουσας ανάπτυξης, αν δώσει στους νέους ευκαιρίες να επιχειρήσουν σε μικρή ή μεσαία κλίμακα, αν είναι μια πολιτισμένη αριστερά που θα σεβαστεί τον γεωγραφικό μας χώρο και θα εκτιμήσει τον τεράστιο, αληθινό πλούτο που κρατάμε στα χέρια μας, που δεν θα θέλει να γίνει ΠΑΣΟΚ σουξεδιάρικο αλλά δύναμη αναγέννησης με επίκεντρο τον φυσικό άνθρωπο σαν κρίκο μιας φυσικής αλυσίδας που δεν πρέπει να σπάσει γιατί θα καταστραφούμε πια πραγματικά, αν όλα αυτά και άλλα πολλά, τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι έρχονται καλύτερες μέρες και ότι τα παθήματα γίνανε μαθήματα.