Υγρή Πόλη

του Πιγκουίνου
undefined

Κουμπώσου και ανέβασε το γιακά. Και κράτα την ομπρέλα κόντρα στον αγέρα, γιατί θα σου τη διαλύσει. Μπορεί να μην το καλοκατάλαβες, αλλά χειμώνιασε και το κρύο πηρουνιάζει. Κατεβάζει παγωνιές η Μαύρη Θάλασσα. Πούρχονται από τις αχανείς απλωσιές της Ρωσίας. Από τις στέπες και τα ρουμάνια της, από τ'αψηλά της όρη. Κι έρχονται οι συννεφιές και σκεπάζουνε την Πόλη.
 


Μου αρέσει να περιπατώ νωρίς το πρωί -εκεί κάπου μετά το ξημέρωμα- στους μουσκεμένους δρόμους του Εμίνονου. Περιμετρικά του Τοπ Καπί, δίπλα στο πάρκο Γκιουλχανέ. Εδώ που το 1839, ο Μεγάλος Βεζίρης Μουσταφά Ρεσίντ Πασά βγήκε και ανακοίνωσε σπουδαίες μεταρρυθμίσεις. Που μεταξύ άλλων προέβλεπαν την εξίσωση όλων των πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ανεξαρτήτως θρησκείας ή καταγωγής. Πόσο αβανγκαρντ;
 


Ύστερα κατηφορίζω προς τον Κεράτιο. Συναντιέμαι με τους γλάρους, καλημερίζω το Πέραν που με θωρεί από απέναντι. Κι εδώ που συναντιούνται οι θάλασσες, οι ήπειροι και οι ιστορίες, μετρώ τις διαθέσεις του καιρού.
 


Κοιτάζω τα καραβάκια που περνάνε προς το Ουσκουντάρ και το Καντίκιοϊ -δέκα με δεκαπέντε λεπτά απέχει η Ασία. Μία απόσταση που φαίνεται μικρή. Αλλά μπορεί να σου γίνει και πολύ σημαντική. Γιατί έχει το αντίκρυ, ένα βάρος που υπερβαίνει το παρόν του. Κι έχει να σου διδάξει πράματα, να σε συγκινήσει και να σε ωριμάσει.



Είναι κάμποσοι εκείνοι που μένουν στη μια πλευρά του Βοσπόρου και δουλεύουν απέναντι. Κι είναι αυτό το πέρασμα ανάμεσα στις ηπείρους, κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Μιας ρουτίνας του πηγαινέλα. Αγουροξυπνημένοι υπάλληλοι, εργάτες του μόχθου, γιαγιάδες με τα εγγόνια τους, κυρίες με τις μαντίλες τους, πολυκαιρισμένα παπούτσια, ταλαιπωρημένες τσάντες, μασούλημα ενός σιμίτ, ξεφύλλισμα μιας τσαλακωμένης εφημερίδας, ένα εσ-εμ-ες σε εκείνον που βρίσκεται στην ήπειρο που άφησες. Ή στην ήπειρο που πας.
 


Απολαμβάνω αυτήν την ώρα. Είναι ακόμα πολύ πρωί και δεν έχει πυκνώσει ο κόσμος. Σε λίγο θα γιομίσουν οι αποβάθρες και τα πεζοδρόμια. Θα απλώσουν τις κουβέρτες τους οι πραματευτάδες. Θα αναμιχθούν οι φωνές των καστανάδων με τη βοή του κόσμου και τα κορναρίσματα. Σε αυτήν την επαναλαμβανόμενη χορογραφία του βιοπορισμού.
 


Είναι φορές που προσπαθώ να απομακρυνθώ από το μικρόκοσμο της καθημερινότητας. Και να κοιτάξω από απόσταση τη ζωή, ωσάν να εθαύμαζα έναν πίνακα ζωγραφικής. Σμικρύνοντας τους ανθρώπους, καδράροντας τα κτήρια, αφήνοντας περιθώριο για κάμποσο ουρανό.
 


Κι άλλοτε προσπαθώ να εστιάσω την προσοχή μου στις λεπτομέρειες. Να ορμηνέψω τους περαστικούς από τη φευγαλέα εντύπωση. Πού να πηγαίνουν η Aϊσέ με τη Ραχιμέ; Μήπως εχάθηκαν και παίρνουν τηλέφωνο για οδηγίες; Μήπως τις έστησε η Χατιμέ πούχαν να πάνε όλες μαζί για ψώνια στο Μισίρ Τσαρσί; Πού να μένουν άραγε; Προς το Τσεγκέλκιοϊ ή το Κουρτουλούς; Μήπως στους μαχαλάδες του Ταρλάμπασι; Και πώς νάναι το σπιτικό τους; Δυο δωμάτια με το ψυγείο στο μπαλκόνι; Δίπλα στην κεραία, στην απλωμένη μπουγάδα και στο δεμένο ποδηλατάκι του μικρού, που κρέμεται πάνου από τον ακάλυπτο; Το πιο σαγηνευτικό ταξίδι είναι οι ζωές των άλλων.



Μια, δυο, τρεις, χιλιάδες, εκατομμύρια ζωές. Με θέα στον ακάλυπτο. Στην Πόλη που γέννησε Βυζαντινούς Αυτοκράτορες. Και Σουλτάνους. Και δυο χιλιάδες χρόνια πυκνής ιστορίας. Στην Πόλη που αγάπησαν και έκαμαν πατρίδα τους, λαοί. Στην Πόλη που αγαπώ και έκαμα πατρίδα μου κι εγώ.



Κι ύστερα έρχεται η φωνή του μουεζίνη. Που σκαρφαλωμένος απάνου στο μιναρέ, καλεί τους πιστούς για προσευχή. Πέντε φορές τη μέρα. Αλλάχου άκμπαρ, ο Θεός είναι μεγάλος. Δεν υπάρχει άλλος Θεός από τον Αλλάχ. Ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του. Ελάτε στην προσευχή. Ελάτε στη σωτηρία. Αλλάχου άκμπαρ. Δεν υπάρχει άλλος Θεός από τον Αλλάχ.



Σαν έμπαινα σε τζαμιά πριν χρόνια, είχα αυτήν την αίσθηση ότι ήμουν απρόσκλητος. Παρείσακτος. Τα προσέγγιζα με την απόσταση του άλλου, του ξένου. Με τον σνομπισμό του δυτικού.



Τώρα στέκομαι και παρατηρώ πιο ουσιαστικά. Την ταπεινότητα με την οποία εισέρχονται μέσα οι πιστοί. Το πλύσιμο των ποδιών. Που θεωρούνται το πιο ακάθαρτο σημείο του ανθρώπινου σώματος. Είναι εκείνο που αγγίζει το χώμα, που βυθίζεται στη λάσπη, που κακοπαθαίνει και μοχθεί. Όπως καταλαβαίνεις, για να μπεις στον ιερό χώρο του τζαμιού, για να μετάσχεις της υπερβατικότητάς του, οφείλεις να κάμεις αυτό τουλάχιστον, να ξεπλύνεις από τα πόδια σου τα σημάδια της γήινης θνητότητάς σου.
 


Άχου, νάτη και η Χατιμέ που διασχίζει τη γέφυρα του Γαλατά και τρέχει να προλάβει τα κορίτσια στο Μισίρ Τσαρσί. Άργησε γιατί είχε να τυλίξει ντολμάδες και να σιάξει κι ένα μαντί, νάχει ο Χαλίλ να τσιμπήσει όταν γυρίσει κατάκοπος από την οικοδομή, το βράδυ. Άφησε και τα παιδιά στο σχολείο, πήρε το τραμ και ήλθε. Οι ζωές των άλλων.
 


Οι ζωές που κάθε πρωί αγκυροβολούν απάνου στη γέφυρα και ψαρεύουν την επιβίωσή τους. Κάποτες μού είχε πει ένας φίλος μου Τούρκος, ότι για να διαπιστώσεις την κατάσταση της τουρκικής οικονομίας, αρκεί να μετρήσεις τον αριθμό των όσων ψαρεύουν από τη γέφυρα του Γαλατά. Όταν τα πράματα πηγαίνουν καλά και υπάρχουν δουλειές, τότες μειώνεται το πλήθος τους.



Σαν πολλούς τους βλέπω τελευταία. Σε μία Τουρκία που αλλάζει και πάλι. Έξω της και μέσα της. Που θα πρέπει να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της. Απαλλαγμένη από το παλιό βαθύ της κράτος. Αλλά φορτωμένη με μία νέα διαπλοκή. Έχοντας εγκαταλείψει οριστικά το ευρωπαϊκό της όνειρο. Και προσπαθώντας να μετρήσει τις νέες της ιδιότητες. Στη Μέση Ανατολή, στο Αιγαίο, στον Καύκασο, στα σπλάχνα της Ανατολίας.



Μία Τουρκία που κοιτάζει με δέος, θαυμασμό και οργή τον Σουλτάνο Ερντοάν να χτίζει παλάτια στην άμμο. Και από την άλλη, την ξεθωριασμένη φωτογραφία του εθνάρχη Κεμάλ που παραμένει ο δημιουργός και ο σωτήρας της.



Και στην κορυφογραμμή απάνου από τον Κεράτιο, μετρά τους μιναρέδες του Σουλεϊμανιγιέ. Που θα της υπενθυμίζει πάντοτε το οθωμανικό της παρελθόν. Που αποτυπώνει την καταγωγή της. Που υπογράφει την ιστορία της. Που διδάσκεται στα σχολεία της. Που γυρίζεται σε σήριαλ.



Ένα παρελθόν που αντιμετωπίζεται από κάποιους ως ένδοξη και τιμημένη αφήγηση και από κάποιους άλλους ως συμπλεγματική αναφορά.



Να και ο Αχμέτ με τη ζυγαριά του. Κάθε που περνάω, καλημεριζόμαστε. Γκιουνάιντιν Αχμέτ! Γκιουνάιντιν κιους! Συνήθως τον εβρίσκεις στην άκρη της γέφυρας του Γαλατά από την πλευρά του Μπέγιογλου. Από τ'αξημέρωτα ως αργά το βράδυ. Σήμερα, πήρε θέση στην υπόγεια διάβαση. Λόγω της βροχής ντε!



;Όμως δεν είναι η βροχή πούχει υγράνει την Πόλη. Είναι οι καημοί της. Οι μνήμες της. Τα δάκρυα και οι ιδρώτες της. Είναι τα βάσανά της. Τα πηγαινέλα και οι αποχαιρετισμοί της. Είναι αυτή η εξαιρετική θέση της. Από τη μια οι αχανείς απλωσιές της Ρωσίας -οι στέπες και τα ρουμάνια της, τ'αψηλά της όρη. Και από την άλλη, οι λιακάδες και οι ζέστες της Μεσογείου. Οι γαλάζιες θάλασσες, οι μυρουδιές των εσπεριδοειδών της, οι ξένοιαστες αλμύρες της.
 


Όχι, δεν ανταμώνουν μονάχα δύο ήπειροι εδώ. Αλλά σμίγουν οι καιροί και οι εποχές. Αγκαλιάζονται το εψές και το αύριο. Και συνάμα κονταροχτυπιούνται. Κι εσύ; Τί δουλειά έχεις εσύ σε ένα τέτοιο μέρος; Τί μπορεί άραγε να αλλάξει η δική σου παρουσία;

 
 
Σε εσένα ανήκει μόνο η στιγμή. Εκείνη που μπορείς να αποτυπώσεις στη μνήμη και στη σκέψη σου. Η στιγμή που η δική σου συνειδητότητα έρχεται και ανατέμνει το τριγύρω. Έλα να παρακαλέσουμε τη Χαλιντέ να μας βγάλει μία πόζα νάχουμε να θυμόμαστε. Και άνοιξε την ομπρέλα σου. Μαζεύει πάλι σύννεφα ο ουρανός.