Η διαπραγμάτευση στα άκρα...

Της Ελένης Βαρβιτσιώτη

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ - ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Με μεγάλη πίεση να ολοκληρώσει την αξιολόγηση μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου γύρισε ο Ελληνας υπουργός Οικονομικών από το Eurogroup της περασμένης Πέμπτης. Σε αυτό το κρίσιμο σημείο της διαπραγμάτευσης και με μόλις ένα μήνα πριν από το τελευταίο Εurogroup της χρονιάς, στο οποίο θα πρέπει να ληφθούν οι αποφάσεις για την επόμενη μέρα της ελληνικής οικονομίας, η στάση των δανειστών της χώρας οδηγεί τη διαπραγμάτευση στα άκρα.

Με μοχλό πίεσης την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, υψηλόβαθμος Ευρωπαίος αξιωματούχος έλεγε στην «Κ» ότι «η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να προτιμήσει να μην την ολοκληρώσει εξαιτίας των (δύσκολων) προϋποθέσεων που τη συνοδεύουν».

Ενώ μέχρι τώρα υπήρχε η αίσθηση ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι θα δείξουν επιείκεια στην τωρινή αξιολόγηση χωρίς να υποχρεώσουν την ελληνική πλευρά να κάνει όλες τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις πριν από το τέλος του χρόνου (εργασιακά, ασφαλιστικό κ.λπ.), η στάση των Ευρωπαίων σε αυτό το θέμα σύμφωνα με πηγές της «Κ» έχει σκληρύνει ιδιαίτερα.

Ο κ. Σαμαράς σε κάθε συνάντηση που είχε τους τελευταίους μήνες με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ επαναλάμβανε την ανάγκη για κάποια επιείκεια ως προς το χρονικό πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται με αυτή την αξιολόγηση, χωρίς να ζητάει εκπτώσεις στις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να κάνει η χώρα. Ζητούσε δηλαδή να δείξουν οι εταίροι μεγαλύτερη πολιτική κατανόηση γι’ αυτές τις αλλαγές, οι οποίες δεν είναι απαραίτητο να γίνουν πλήρως αυτήν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Σε αυτό ακριβώς το αίτημα η στάση των εταίρων έχει σκληρύνει, αντιπαρατάσσοντας ότι αν δεν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση επαρκώς, δεν θα υπάρξει συζήτηση για την επόμενη μέρα. Ευρωπαίος αξιωματούχος έφτανε σε σημείο να λέει ότι η Ελλάδα μπορεί να αναγκαστεί, αν δεν καταφέρει να κλείσει την αξιολόγηση και να συμφωνήσει το πλαίσιο της επόμενης μέρας, να συνεχίσει στο ήδη υπάρχον πρόγραμμα, κάτι το οποίο η ελληνική πλευρά απεύχεται.

Και η αλλαγή στη στάση αυτή δικαιολογείται εν μέρει από την ελεύθερη πτώση του ελληνικού χρηματιστηρίου στα μέσα Οκτωβρίου που η ρητορική για «καθαρή έξοδο» από τα Μνημόνια, η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και τα δομικά προβλήματα της αγοράς ομολόγων οδήγησαν στο σχεδόν κραχ την αγορά. Στις Βρυξέλλες αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο. Επιβεβαίωσε αυτούς που έλεγαν τον Απρίλιο, κατά τη διάρκεια της πρώτης εξόδου της Ελλάδας στις αγορές, ότι δύσκολα θα παραμείνουν τόσο ευνοϊκές και ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να τις θεωρεί δεδομένες. Και όντως, όπως λέει και Ευρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ» αυτό που αποδείχτηκε ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι «ο αποκλεισμός της Ελλάδας από τις αγορές μπορεί να έχει επιπτώσεις στις χώρες της περιφέρειας ακόμα και στη Γαλλία και στην Ιταλία».

Τότε γίνεται ξεκάθαρό ότι για την επόμενη μέρα της Ελλάδας θα πρέπει να συμφωνηθεί κάτι το οποίο θα έχει ισχυρές δικλίδες ασφαλείας, ώστε να μην παρασύρει την εύθραυστη σε αυτή φάση Ευρωζώνη. Το παραπάνω γεγονός αλλά και μια σειρά παραμέτρων οδήγησαν στην απόφαση του Eurogroup της περασμένης Πέμπτης για μία ενισχυμένη και υπό όρους πιστωτική γραμμή για την Ελλάδα (ECCL) από την 1η Ιανουαρίου. Επίσης η αλλαγή στη στάση των Ευρωπαίων εταίρων μπορεί να οφείλεται και ακριβώς στην παραπάνω συμφωνία. Η προληπτική γραμμή δεν πρέπει να περάσει ως μήνυμα στην Αθήνα ότι οι ρυθμοί των μεταρρυθμίσεων μπορούν να μειωθούν.

Το άλλο βασικό θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από Ελληνες, Ευρωπαίους και αξιωματούχους του ΔΝΤ τον επόμενο μήνα είναι η ανάμειξη του ΔΝΤ. Σύμφωνα με τους κανονισμούς του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, η εποπτεία σε μία χώρα που έχει πρόσβαση σε πιστωτική γραμμή θα γίνεται από την Κομισιόν, την ΕΚΤ αλλά και με τη συμμετοχή «όπου χρειάζεται» του ΔΝΤ, αφήνοντας έτσι ένα πολύ ευρύ πλαίσιο στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί το Ταμείο.

Η ελληνική πλευρά, θέλοντας να δείξει μία ξεκάθαρη αλλαγή στη σχέση της με τους εταίρους, επιθυμεί πρώτον το πρόγραμμα με το ΔΝΤ να λήξει την 1η Ιανουαρίου και ο ρόλος του από εκείνη τη στιγμή να είναι ιδιαίτερα υποβαθμισμένος. Ομως, 4 ισχυρές χώρες της Ευρωζώνης (Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία) είναι αυτές που πιέζουν και δεν θέλουν να αφήσουν την Ελλάδα χωρίς την ισχυρή ανάμειξη του Ταμείου, ενώ όπως λέει Ευρωπαίος αξιωματούχος στην «Κ» όλα τα κράτη-μέλη συμφώνησαν στο Eurogroup ότι πρέπει να υπάρχει με κάποια μορφή. «Κανένας δεν είπε ας το κάνουμε χωρίς το ΔΝΤ» λέει χαρακτηριστικά.

Από τη μεριά του το ΔΝΤ ξεκαθάρισε ότι δύσκολα θα υπάρχει στο νέο σχήμα της Ελλάδας, αν δεν έχει συμμετοχή στη χρηματοδότησή και στην εποπτεία της. Αλλωστε, Ελληνας υψηλόβαθμος αξιωματούχος με γνώση των συζητήσεων στο Εurogroup άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το ΔΝΤ να παίξει τον ρόλο και του χρηματοδότη.