Ο ντανταϊσμός και ο γκαγκαϊσμός

της Νάντιας Κατσαρού

Πριν από λίγες μέρες ξαναέβλεπα μια ταινία του Μπέργκμαν. Ενθουσιασμένη, όσο και την πρώτη φορά. Στο τέλος μου άφησε τη συγκίνηση και το χαμόγελο που μου είχε αφήσει και την πρώτη φορά. Τη σκεφτόμουν όλο το βράδυ και με τη σκέψη της ξύπνησα το πρωί, όπως και την πρώτη φορά.

Δεν έχω δει πολλές καινούργιες ταινίες. Και δεν είναι μόνο η αφραγκία που με κάνει να είμαι αυστηρή στις επιλογές μου. Όταν υποψιάζομαι ότι κάτι δεν είναι κοντά σ’ αυτό που θεωρώ κινηματογράφο, δεν πλησιάζω καν. Οι υπόλοιπες (οι ελάχιστες υπόλοιπες) που έτυχε να δω, καλά ήταν, αλλά δε μου προκάλεσαν αυτή τη συγκίνηση, αυτό το χαμόγελο, αυτές τις σκέψεις.

Πριν από κάνα μήνα, είδα τον Τσιφόρο να μου κλείνει το μάτι στη βιβλιοθήκη μου. Πήρα κι έριξα μια ματιά σε κάποιες ιστορίες από τα παιδιά της πιάτσας. Γέλασα. Είδα την κοινωνία της Ελλάδας και τις «σταθερές αξίες» της να γίνονται ιστορίες με χιούμορ. Προσπάθησα να φέρω τους ήρωες της πιάτσας στην εποχή μας. Να τους συγκρίνω με τους σύγχρονους «συναδέλφους» τους. Είχα θέμα να σκέφτομαι για το υπόλοιπο της ημέρας. Αφήνοντάς το στο τραπεζάκι, συνειδητοποίησα ότι πριν από τον Τσιφόρο, μου είχαν κλείσει το μάτι ο Πλάτωνας, ο Πετρόπουλος, ο Σοπενχάουερ, ο Λάο Τσε, ο Κέρουακ. Όλοι φερμένοι από το παρελθόν. Κι αυτό το παθαίνω εγώ που θέλω να έχω αναγνώστες. Που πρέπει να βρω ένα λόγο να προτιμήσει κανείς να διαβάσει εμένα και όχι τους προαναφερθέντες.

Δεν έχω διαβάσει πολλά καινούργια βιβλία. Και δεν είναι μόνο η αφραγκία που με κάνει να είμαι αυστηρή στις επιλογές μου. Όταν υποψιάζομαι (ή μάλλον όταν ξέρω, γιατί στο χώρο του βιβλίου, λίγο πολύ ξέρουμε τι πρόκειται να διαβάσουμε), ότι κάτι δεν είναι κοντά σ’ αυτό που θεωρώ βιβλίο, δεν πλησιάζω καν. Νομίζω βέβαια, πως από βιβλία υπάρχει μεγαλύτερο υλικό σε σχέση με τις ταινίες που μου ταιριάζει, αλλά όταν βρίσκομαι σε βιβλιοπωλείο, συνήθως φεύγω με κάτι που ο συγγραφέας του δε ζει πια.

Ακούω ρεμπέτικα και για διάλειμμα ακούω τζαζ. Μόλις βγω έξω από το σπίτι, βάρβαροι ήχοι επιτίθενται στα αυτιά μου. Να βγαίνεις από το σπίτι μόλις έχεις ακούσει Sun Ra και να βρίσκεσαι σε χώρο που παίζει Καρ-ρά. Και να θέλεις να τρέξεις να χωθείς στο καβούκι σου και στους ήχους σου, τους παλιούς, τους γνωστούς, τους φιλικούς.  Παρακολουθώ τι καινούργιο βγαίνει, όσο για να ξεχωρίσω τα λίγα καλά κομμάτια που τα πνίγει η σαβούρα και η μέτρια διασκευή και εν ψυχρώ εκτέλεση παλιών καλών τραγουδιών. Και να τα εντάξω στα ακούσματά μου έτσι για την ανανέωση. Αλλά και πάλι, τα περισσότερα είναι από κείνες τις αδιάφορες επανεκτελέσεις (έχουν λιγοστέψει κατά πολύ οι ενδιαφέρουσες) που το μόνο που πετυχαίνουν στην περίπτωσή μου, είναι να θέλω να ακούσω το αυθεντικό ή μια πιο παλιά του εκτέλεση, για να ξεχάσω αυτό που άκουσα.

Παντού επαναλήψεις, προσαρμογές, επανεκτελέσεις, αντιγραφές, κακέκτυπα. Στην καλύτερη περίπτωση, οι σύγχρονοι απλώς δεν μπορούν να συγκριθούν με τους παλιούς όμοιούς τους. Είχαμε Βαμβακάρη και έχουμε Αγάθωνα. Είχαμε Χατζιδάκι και έχουμε Κραουνάκη. Είχαμε Γκάτσο και έχουμε Νικολακοπούλου. Φταίει ο τόπος; Φταίει ο λαός; Φταίει, γιατί ακόμη κι αυτά του πέφτουν βαριά και γι’ αυτό προτιμάει Κιάμο και Οικονομόπουλο (ανέφερα δυο ονόματα που είδα σε αφίσες) των οποίων το είδος αγγίζει τόσο πολύ την αθλιότητα, που δε βρίσκω κάτι από το παρελθόν για να συγκρίνω. Αλλά δε φταίει μόνο ο τόπος. Να σε πάω παραέξω για να με πιάσεις. Είχαμε Nino Rota και έχουμε Eros Ramazzotti, είχαμε Ella Fitzgerald και έχουμε Beyonce και δε θέλεις άλλα παραδείγματα γιατί μπορώ να σου εμφανίσω και πιο ξεφωνημένες διαφορές ανάμεσά τους.

Θες να σε πάω και στην τέχνη; Θέλεις να σε φέρω σε επαφή με το χάος; Με όλα αυτά που μας κάνουν και βαριόμαστε, με όλα αυτά που μας κάνουν και γελάμε, με όλην αυτή τη γελοιότητα που συναντάμε στην τέχνη. Γίνονται πράγματα, υπάρχουν άνθρωποι που ίσως και να μπορούν να την πάνε ένα βήμα πιο πέρα, αλλά δεν υπάρχουν αυτοί που θα ανοίξουν ένα νέο δρόμο, ένα νέο ρεύμα, που δημιουργήσουν ένα νέο κίνημα.

Αυτά τα κινήματα που φτιάχνονταν έτσι για πλάκα κάποτε, τι απόγιναν; Που είναι ένας νέος ντανταϊσμός; Το νταντά, αυτή η ασύλληπτη έννοια, αυτό το ό,τι να ‘ναι, υπάρχει. Γιατί κανείς δεν το πιάνει να το προχωρήσει; Πού είναι οι άνθρωποι που θα ανοίξουν αυτούς τους δρόμους; Γιατί δεν είναι μαζί; Γιατί όταν ο ένας πάει ν’ ανοίξει ένα δρόμο, ο άλλος τον κλείνει; Γιατί τα όποια κινήματα που δημιουργούνται είναι τόσο εγωπαθή, τόσο επιφανειακά, τόσο βασισμένα στην εικόνα; Υπάρχει κάποιο σύγχρονο κίνημα;

Ναι, καλέ. Οι χίπστερς. Αυτό το κακέκτυπο του αντίστοιχου κινήματος της δεκαετίας του ’40, που κι αυτό με τη σειρά του ήταν κάτι αντίστοιχο του ντανταϊσμού. Που είχε σχέση με την τζαζ, την κάνναβη, την παρακμή, την ειρωνεία με την οποία αντιμετώπιζαν την ηθική της εποχής. Σήμερα έχει σχέση με την τζαζ του ‘40, το πλέξιμο, το ντύσιμο του άστεγου, το γυαλί-πατομπούκαλο, την κλος φούστα που ανεμίζει καθώς χορεύουν σουίνγκ, την ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζουν ό,τι δεν ταιριάζει στον ελιτισμό τους. Μια διάθεση δηλαδή νοσταλγική, μια τάση επιστροφής στο παρελθόν, χωρίς να υπάρχουν οι συνθήκες ή το υπόβαθρο που δημιούργησαν το αντίστοιχο κίνημα του παρελθόντος. Γι’ αυτό και είναι ένα κίνημα τόσο ανούσιο, κενό και ελιτίστικο.

Δεν μπορούμε να πατήσουμε σε συνθήκες άλλων εποχών για να φτιάξουμε κάτι σύγχρονο. Πρέπει να προσαρμοστούμε στην εποχή μας και να αναζητήσουμε τι είναι αυτό που ζητάει. Η εποχή μας δεν είναι ανάγκη να χορεύει σουίνγκ, πρέπει όμως να μάθουμε τα βήματα μιας νέας σουίνγκ. Δε ζητάει σουρεαλισμό, δε ζητάει ντανταϊσμό. Χρειάζεται κάτι νέο. Δεν ξέρουμε τι, αλλά μπορούμε να το βρούμε στην πορεία. Ένα νέο νταντά, το οποίο μπορούμε ίσως να ονομάσουμε γκαγκά, που θα ταίριαζε απόλυτα σε όσα ζούμε. Ο γκαγκαϊσμός θα πάρει όλα όσα έχουν γίνει, όλα όσα έχουν ειπωθεί και δε θα τα επαναλάβει. Θα τα κρίνει, θα αμφισβητήσει, θα τα συμπληρώσει, θα τα προσαρμόσει, θα προσθέσει, θα αφαιρέσει, θα αποδομήσει, θα οικοδομήσει, θα πάει ένα βήμα πιο πέρα. Θα πατήσει στην παράδοση με το ένα πόδι και στην εποχή μας με το άλλο. Θα τολμήσει. Θα ανοίξει ένα δρόμο για να τον βαδίσουν πολλοί μαζί, που όλοι θα έχουν κάτι να δώσουν. Που θα μας πάει αλλού. Γιατί είναι ανάγκη να πάμε αλλού. Δε χωράμε εδώ. Γιατί όλα τα κινήματα που δημιουργήθηκαν, αυτόν το σκοπό είχαν. Να φέρουν την αλλαγή. Δεν μπορούμε περιμένουμε αλλαγή με την ανακύκλωση, την επανάληψη και τη νοσταλγία.

Νοσταλγία είπα; Πάω να ξαναδώ τη νοσταλγία του Ταρκόφσκι. Και θα συνεχίσω να βλέπω τα ίδια, μέχρι να βγει κάτι που να μην τον μιμείται σε βαθμό ασέλγειας. Μέχρι να βγει κάτι γκαγκά.