Ο St. Vincent και η μικρή πλατεία

του Άρη Δαβαράκη

Τόσκασα κάποια στιγμή χτές το βραδάκι από τον τόσο πια δουλευταρά εαυτό μου που περνάει ατέλειωτες ώρες μπροστά σ’ ένα λαπ-τοπ προκειμένου να καταφέρει να είναι για άλλη μια μέρα το μικροβιοτεχνικό μας toportal.gr αξιοπρεπές, αισθητικό και με άποψη (συνεργαζόμενος πια μόνο με τον Γιώργο Χαλκιαδάκη που το παίρνει στα χέρια του γύρω στις 9 το βράδυ και μέχρι τις δύο το πρωϊ το περιποιείται, βρίσκει φωτογραφίες, διορθώνει λάθη, βάζει tags – και γενικά του προσθέτει όλες τις τελευταίες αναγκαίες πινελιές για να βγει στην κοινωνία με το κεφάλι ψηλά). Τόσκασα και πήγα σινεμά εδώ δίπλα στο Embassy και είδα μια ταινία από αυτές που δεν αρέσουνε στους κριτικούς διότι δεν διαβάζονται «σε πολλά επίπεδα» αλλά μόνο σε ένα και ξέσκασα ο άνθρωπος, πέρασα ωραία και άδειασε ο εγκέφαλός μου από τα τόσο σοβαρά θέματα που μας απασχολούν καθημερινά, αν είχε δίκιο ο Σαμαράς που απέλυσε ολόκληρο υφυπουργό για κάτι που τελικά δεν είπε και άλλα ηχηρά παρόμοια.

Είδα το «St.Vincent: Ο Αγαπημένος μου Άγιος» που ο Χρήστος Μήτσης στο «Αθηνόραμα» του έχει βάλει μόνο δύο αστεράκια από τα πέντε που διαθέτει (για τα αριστουργήματα).  Έφαγα ποπ-κόρν, ήπια πράσινο τσάϊ με λεμόνι, ξεχάστηκα εντελώς, πέρασα καλά και βγήκα ανάλαφρος στην Πατριάρχου Ιωακείμ να διασχίσω την μικρή πλατεία (την αστεία) να έρθω στο δυάρι στην Κανάρη όπου στεγάζεται το ερημητήριό μου – με όλα τα κομφόρ.

Την πλατεία Κολωνακίου την ξέρω από παιδί γιατί, παρ’ όλο που από το 1953 που γεννήθηκα, μέχρι το 1964, ζούσαμε στην Αλεξάνδρεια, ερχόμασταν κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα για ένα δίμηνο και είχαμε και ένα δυαράκι στην Ηροδότου 29 που η Ιωάννα (η μητέρα μου) το είχε φτιάξει κούκλα και συνήθως μέναμε και εκεί κάποιες μέρες –αν δεν μέναμε στο King’s Palace Hotel που ήτανε στο Σύνταγμα από την μεριά της Κριεζώτου και τώρα δεν υπάρχει πιά –το πήρε η Αγροτική νομίζω. Ανήκε στους οικογενειακούς μας φίλους, την οικογένεια Βασδέκη και τον Πέτρο Καραδόντη και αν ήτανε για μια-δυό νύχτες το πέρασμα από την Αθήνα βόλευε καλύτερα. Ηροδότου πάντως ή Κριεζώτου, η πλατεία Κολωνακίου ήτανε το επίκεντρο της Αθηναϊκής μου γεωγραφίας και πριν το 64 και μετά που εγκατασταθήκαμε μόνιμα στην Αλωπεκής  κι’ έγινα πια κανονικά «Ένας Αλεξανδρινός στο Κολωνάκι» (κατά το Englishman in New York).

Ήταν όμορφο τότε το Κολωνάκι, αλλιώτικο. Εκεί που είναι το “Da Cappo” τώρα ήταν ο Μπόκολας που είχε πάρα πολύ ωραίους λουκουμάδες και εκεί που είναι ο κύριος Perros τώρα ήτανε ο Παπασπύρου, η γνωστή φίρμα ζαχαροπλαστείων. Και το βασικότερο : Η πλατεία είχε στη μέση της ασφάλτου ανάμεσα «Λυκόβρυση» και Alpha Bank (χοντρά-χοντρά) μία νησίδα πεζοδρόμιο που τη λέγανε «μπιντέ» και αν οδηγούσες έπρεπε φυσικά να κάνεις το κύκλο ακολουθώντας τη ροή από και προς, ανάλογα από ποια κατεύθυνση ερχόσουνα. Κι’ εκεί που είναι τώρα το γκαράζ, δίπλα στο Rock&Roll, ήταν το βιβλιοχαρτοπωλείον «Τολίδης» όπου ψωνίζαμε όλα τα σχολικά μας, από βιβλία μέχρι ξύστρες και γομολάστιχες, τετράδια και ριζόχαρτο Ιαπωνίας για τις ασκήσεις ζωγραφικής.

Που το πάω;  Θα σας πω. Το λογικό θα ήτανε μέσα σε όλες αυτές τις δεκαετίες η πλατεία Κολωνακίου να ομορφύνει ακόμα παραπάνω αφού πέσανε τόσα λεφτά στην πιάτσα και να είναι ένα στολίδι για ξένους και Έλληνες, να ήταν εκεί το «Café de Flore» μας και το «Deux Magots» μας, με την αντίστοιχη «Brasserie Lipp» απέναντι και με την Πατριάρχου Ιωακείμ στη θέση του Blvrd St. Germain.  Όμως αν εξαιρέσεις το «da Cappo» και την «Βιβλιοθήκη» (από το κάτω μέρος της πλατείας, δίπλα στο British Council) που είναι ακόμα ευτυχώς δύο οάσεις μέσα στο απόλυτο καρκατσουλιό που έχει επικρατήσει, η κακομοίρα η μικρή  πλατεία έχει γίνει πια, κυρίως στο κομμάτι όπου βρίσκονται το «Kolonaki Tops», το «Perros»  και η «Λυκόβρυση», σαν αράπικο παζάρι –χωρίς τη γοητεία που έχουν τα αράπικα παζάρια άμα τα επισκέπτεσαι για λίγο σαν τουρίστας.

Αν δείτε τα χιλιάδες πολύχρωμα ταλαίπωρα λαμπάκια (αυτά που κρεμάμε στα Χριστουγεννιάτικα δέντρα και αναβοσβήνουνε) μπλεγμένα μέσα σε πλαστικές πράσινες διακοσμήσεις που παριστάνουνε τα κλωνάρια από έλατα (δεν ξέρω ακριβώς τι παριστάνουνε για να είμαι ειλικρινής αλλά κάτι τέτοιο υποψιάζομαι) συν μία τεράστια διακοσμητική «μέδουσα» (να την πω;), κυρίως το βράδυ – ε, δεν περιγράφεται. Και να σας πω την αλήθεια δεν αντέχεται κιόλας. Βγάζει μια τέτοια μελαγχολία όλος αυτός ο καραγκιόζ-μπερντές που σε καταπλακώνει. Και ειλικρινά απορώ με την υπερευαισθησία των κατοίκων που κόντεψαν να τον λυντσάρουνε τον Κακλαμάνη όταν έκοψε (αν τις έκοψε) δυό νεραντζιές στην Κανάρη – πώς δεν έχουν ξεσηκωθεί να συμμαζέψουνε όλη αυτή την απαράμιλλη κακογουστιά και να υποχρεώσουνε τον Δήμαρχο να βάλει κάποιους κανόνες αισθητικής, υγιεινής (γιατί οι τουαλέτες εκεί, στην κάποτε «Πασαρέλα-περατζάδα»,  δεν υπάρχουν πια ούτε  στα καφενεία ακόμα και του μικρότερου χωριού) – και, γενικά, να φορτσάρει λίγο να την αναβαθμίσει πάλι την γειτονιά μας που έχει πάρει την κάτω βόλτα πριν χρόνια, αλλά τώρα πιά είναι αξιολύπητη η κακομοίρα;

Εγω δεν κολλάω, από το Embassy πέρασα απέναντι και έφτασα σπίτι μου χωρίς να διασχίσω την περιοχή του αράπικου παζαριού. Ο St.Vincent με είχε φτιάξει μια χαρά, χαμογελαστό και ανακουφισμένο.

Αλλά δεν είναι αμαρτία για την μικρή πλατεία μας να ταλαιπωρείται μέσα σε τόση κακογουστιά και να μην της δίνει ο. κ. Καμίνης ένα χέρι βοηθείας – για την Ελλάδα και τον τουρισμό της ρε γαμώτο! Εμείς, εντάξει, αντέχουμε πολλά, συνηθίσαμε τα τελευταία χρόνια, τι να μας κάνουν μερικές χιλιάδες πολύχρωμα πλαστικά λαμπάκια που αναβοσβήνουν χειμώνα-καλοκαίρι, Χριστούγεννα κι’ Ανάσταση, με ήλιο και με βροχή, από το πρωϊ ως το βράδυ;

Αλλά αν θέλει ένας άνθρωπος, η Αλαμουντίν ας πούμε, να πιεί έναν εσπρέσο «στο Kolonaki» -τι θα σκεφτεί η γυναίκα;

Η Ευρωζώνη μας μάρανε και μην τυχόν επιστρέψουμε στην δραχμή.  Το Κάϊρο που αναβοσβήνει ρυθμικά μέσα στην καρδιά της πόλης δεν μας ενοχλεί.

Τι να πω, δεν ξέρω.                                             

Ο Άγιος Βικέντιος να βάλει το χέρι του.