Ένα προσκύνημα 858 χιλιόμετρα με τα πόδια

του Άρη Δαβαράκη

Μόλις πριν λίγο έλαβα το βιβλίο της Francesca Liacopoulos-Fawer, χήρας του πρώτου μου εξάδελφου, του Γιώργου Λιακόπουλου, που στις 19 Μαΐου του 2008  έφυγε από αυτή την ζωή μετά από μια πολύ άγρια, ξαφνική και αποφασισμένη επίθεση καρκίνου στο πάγκρεας που δεν σήκωνε εγχείρηση. Οι γιατροί του νοσοκομείου της Γενεύης όπου είχε εισαχθεί μετά από κάτι πόνους και ενοχλήσεις στην πλάτη που δεν τον άφηναν να κοιμηθεί για δυό-τρείς νύχτες του τα είπαν όλα. Είχα προλάβει να φτάσω και εγώ στο νοσοκομείο και ήμουν παρών όταν τρείς ευγενέστατοι γιατροί του εξήγησαν ότι είναι καρκίνος στο πάγκρεας, ότι είναι μεταστατικός, ότι δεν επιδέχεται εγχείρηση και ότι ακόμα και η χημειοθεραπεία είναι στην ουσία μάταιη. «Δηλαδή;», ρώτησε ο Γιώργος αποσβολωμένος. «Δηλαδή έχετε δυό μήνες ζωή, τρείς το πολύ. Και σας συμβουλεύουμε πριν αρχίσουν οι πολύ ισχυροί πόνοι να εκμεταλλευτείτε όλες τις «ποιοτικές» σας μέρες ή ώρες, αυτές που θα νοιώθετε καλύτερα, για να κάνετε ωραίες βόλτες, να χαρείτε ένα ωραίο γεύμα με ένα καλό κρασί – ότι σας ξεκουράζει και σας αναπαύει περισσότερο. Δεν θα σας κρατήσουμε στο νοσοκομείο, δεν υπάρχει λόγος. Να πάτε σπίτι σας. Και όταν μας χρειαστείτε για να σας βοηθήσουμε με τον πόνο, εδώ είμαστε».

Από την τελευταία μέρα του Φεβρουαρίου που είχε εκείνη τη χρονιά 29 μέρες, όλον τον Μάρτιο και τον Απρίλιο μέχρι και την Δευτέρα 19 Μαΐου που ο Γιώργος ησύχασε, πηγαινοερχόμουνα κάθε Παρασκευή με Κυριακή βράδυ στο Crans-Montana όπου ο Γιώργος με την Ελβετίδα γυναίκα του είχαν στήσει το δεύτερο σπιτικό τους και το δεύτερο, χειμερινό μαγαζί τους  με γούνες από την Καστοριά. Το κυρίως σπίτι τους και η έδρα της επιχείρησης με τα γουναρικά ήταν στην Κέρκυρα όπου ο Γιώργος είχε ξεκινήσει, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν,  να εργάζεται σαν πωλητής στα καταστήματα γουναρικών Tsonas και, πάντα μαζί με την Φραντσέσκα, κατάφερε πολύ γρήγορα να ξεχωρίσει (μιλούσε άπταιστα Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά εκτός από τα Ελληνικά βέβαια - και ήταν και ψηλός, ξανθός, πάντα γελαστός, με χιούμορ, ένας πολύ όμορφος και γοητευτικά ευγενικός άντρας). Έτσι τα τελευταία 25 περίπου χρόνια το ζευγάρι ζούσε 7 με 8 μήνες στην Κέρκυρα μια πολύ υγιεινή ζωή (χωρίς τσιγάρα και ποτά και με μια απέχθεια και για τα φάρμακα ακόμα, μέχρι και την ασπιρίνη), απολαμβάνοντας από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο την ηλιοφάνεια και το φουσκωτό που μας μετέφερε σε όποια απόμερη ακρογιαλιά του νησιού θέλαμε, κολυμπώντας, κάνοντας θαλάσσιο σκι, χωρίς ιδιαίτερες αγωνίες για τη δουλειά που πήγαινε καλά, τόσο ώστε άρχισε να ασχολείται και με αγοραπωλησίες εξοχικών σπιτιών σε ξένους κυρίους πελάτες, βγάζοντας και από εκεί επιπλέον χρήματα – γιατί ήταν πολύ καλός «πωλητής», πειστικός και επίμονος όσο πρέπει. Και εκεί κατά το τέλος του Οκτωβρίου ανέβαιναν και πάλι στις Ελβετικές Άλπεις όπου τους περίμενε το χειμωνιάτικο μαγαζί και το πανέμορφο χειμερινό τους διαμέρισμα σ’ ένα συγκρότημα  από μικρές μεζονέτες-σαλέ, όπου ξεχειμωνιάζανε παρέα με τους Ελβετούς φίλους τους με τους οποίους μέσα στα χρόνια είχαν δημιουργήσει στενούς δεσμούς.

Αλλά δεν θα σας διηγηθώ όλη την ιστορία του Γιώργου τώρα, είναι ολόκληρο μυθιστόρημα. Ξεκίνησα από το βιβλίο και εκεί θέλω να σταθώ. Η Φραντσέσκα, ένα εύθραυστο κορίτσι που εξελίχθηκε σε μια «καλομαθημένη» γυναίκα, μέχρι τον θάνατο του Γιώργου τα θεωρούσε όλα δεδομένα και, όπως ήτανε και ένα πραγματικά πολύ αγαπημένο ζευγάρι, τα άφηνε όλα στον Γιώργο ο οποίος με χαρά διεκπεραίωνε όλα τα πρακτικά, ενώ η Φραντσέσκα ασχολιότανε περισσότερο με τον ωραίο κερκυραϊκό της κήπο που ήταν (και είναι ακόμα) φορτωμένος τριανταφυλλιές, λεβάντες, θάμνους μυρωδικούς, γιασεμιά και γαρδένιες, βουκαμβίλιες και κάθε είδους λουλούδι εποχής. Ούτε με τους λογαριασμούς ασχολιότανε, ούτε με τις βλάβες και τις επισκευές, ούτε με το συνεργείο του αυτοκινήτου ούτε με τίποτα. Ίσως στην Ελβετία, που ήταν ο τόπος της, να ήταν κάπως πιο δραστήρια, στην Κέρκυρα πάντως απλώς ξεκουραζόταν κολυμπούσε και έβλεπε τους φίλους της, διάβαζε, περπατούσε τα απογεύματα και χαιρότανε τις νυχτερινές (πάντα νωρίς) εξόδους με τους φίλους της Κέρκυρας, συνήθως για φαγητό σε κάποια ταβέρνα στην Πόλη της Κέρκυρας ή σε κάποιο χωριό.

Με τον θάνατο του Γιώργου κατέρρευσε. Μετά την κηδεία που έγινε στην Κέρκυρα σ’ ένα μικρό ξωκλήσι με πέντε-έξη τάφους μέσα στο δάσος, όχι πάνω από δέκα λεπτά με τα πόδια από το σπίτι τους, ένοιωσε να βουλιάζει. Λογικά δεν θα μπορούσε πια να προχωρήσει, θα έπρεπε να τα πουλήσει όλα και να γυρίσει σπίτι στην Βασιλεία (Basel) όπου ζει η μητέρα της και η χωρισμένη αδελφή της (από Έλληνα σύζυγο και πατέρα των τριών παιδιών της). Τότε, μετά από λίγους μήνες δηλαδή, μου είπε από το τηλέφωνο πως η αδερφή της η Ντόρις την είχε πείσει να πάνε μαζί περπατώντας με τα πόδια 858 χιλιόμετρα σ’ αυτό το προσκύνημα που περιγράφει και ο Paulo Coelho σε ένα από τα βιβλία του. Να ξεκινήσουνε δηλαδή με ένα μπάκ-πάκ 8 κιλών ή κάθε μία στην πλάτη από την Γαλλική πλευρά των Πυρηναίων και να φτάσουνε, όποτε φτάσουνε, στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα, (στο Γιβραλτάρ περίπου, για να σας δώσω ένα στίγμα) όπου βρίσκεται ο τάφος του αγίου Ιακώβου.

Δεν το περίμενα ότι θα το κάνει, αλλά το έκανε. Το έκανε όπως μου εξήγησε και για τον εαυτό της αλλά και για τον Γιώργο. Μαζί με την αδερφή της την Ντόρις περπατήσανε για 53 μέρες με μπότες ορειβατικές και κοιμόντουσαν στα sleeping-bags τους, ή σε διάφορα πανδοχεία και μικρά ξενοδοχεία που υπάρχουν στη διαδρομή για να εξυπηρετούν όσους (και δεν είναι λίγοι) κάνουν αυτό το «προσκύνημα».

Γύρισε πολύ ξαλαφρωμένη και σύντομα το χαμόγελο και το γέλιο της ξαναφάνηκαν στο πρόσωπό της. Πούλησε το μαγαζί στο Crans που ήταν δικό τους (με τα μαγαζιά της Κέρκυρας δεν είχαν ιδιοκτησιακή σχέση), αλλά κράτησε και το σπίτι της Κέρκυρας και αυτό του Crans. Και κάποια στιγμή μου είπε πως γράφει ένα βιβλίο – αλλά δεν έδωσα πολλή σημασία. Βιβλίο ή Φραντσέσκα; Δεν την είχα ικανή. Όμως έκανα λάθος. Ένα-δυό χρόνια αργότερα, ενώ τρώγαμε οι δύο μας κάπου εδώ στην Αθήνα, μου είπε ότι βρήκε και εκδότη. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα Γερμανικά και πήγε πολύ καλά. Τώρα κυκλοφόρησε και Αγγλικά. Πήγα να το αγοράσω από το Amazon.com αλλά πρόλαβε και μου το έστειλε. Τώρα πριν λίγες ώρες το έλαβα, το άνοιξα και άρχισα να το διαβάζω. Και θα διάβαζα ακόμα αν δεν έπρεπε να διακόψω για να συγκεντρωθώ στην δουλειά του toportal που δεν αφήνει περιθώρια για μεγάλα διαλλείματα. Είναι πολύ καλογραμμένο, ρέει, δεν θέλεις να το αφήσεις. Και τώρα μεταφράζεται και στα Ισπανικά και στα Γαλλικά.

Το βιβλίο της ξαδερφούλας μου της Φραντσέσκα  που δεν το έβαλε κάτω και κατάφερε να σταθεί στα πόδια της και να είναι τώρα και πάλι χαρούμενη, δημιουργική και ευτυχισμένη, έχει το τίλο «James» -που θα πεί «Ιάκωβος». Στον υπότιτλο διαβάζω: Diary of an adventurous and emotional pilgrimage through Spain. Και πάνω-πάνω είναι το όνομά της : Francesca Liacopoulos-Fawer. Το επίθετο του αγαπημένου μου Γιώργου, γιού της αδελφής του πατέρα μου, της πολυαγαπημένης μου Άννας ( «Μαμίλα» την φώναζα) και το οικογενειακό της επίθετο, το πατρικό της.

Πολύ παράξενα τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Και ψάχνει τρόπους να μας πει ότι ο άνθρωπος έχει τεράστιες δυνάμεις μέσα του και αν είναι τυχερός και φτερουγίσει ο άγγελος μέσα στην ψυχή και το μυαλό του πάνω στην  δύσκολη ώρα που η απελπισία και η βαριά κατάθλιψη πάει να τον γονατίσει για καλά, μπορεί να γίνει το θαύμα. Να ξεκινήσει λίγο πριν τα εξήντα της η Φραντσέσκα να περπατήσει κοντά 900 χιλιόμετρα σε 53 μέρες, να το καταφέρει, να γράψει και βιβλίο, να εκδίδεται στα Γερμανικά από ένα μεγάλο εκδοτικό οίκο (Novum Pro) να εκδίδεται και Αγγλικά και να προχωράει για δύο ακόμα γλώσσες – Ισπανικά και Γαλλικά.

Και να μου έρχεται με  courier εδώ μπροστά στην πόρτα μου, σχεδόν επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Γιώργου στα 57 του χρόνια…