Λέξεις

Της Ξένιας Μακρή

Οτιδήποτε σκεφτείς, οτιδήποτε θες να πεις ή να γράψεις έχει λέξεις. Είναι λέξεις. Αυτές αγκαλιάζουν το μυαλό σου, αυτές βγαίνουν από το στόμα σου, αυτές σχηματίζονται από το χέρι σου όταν αποτυπώνεις όσα σκέφτεσαι σε ένα χαρτί, αυτές χοροπηδούν στο πληκτρολόγιό σου και φτάνουν στην οθόνη σου. Άλλοτε έχουν δύναμη, άλλοτε είναι αδιάφορες. Κάποιες φορές τα νοήματα που τους δίνεις είναι τόσο ισχυρά που χαλάνε κόσμους!

Να σου δώσω δύο παραδείγματα με μια μικρή διάθεση ανάλυσης:

Ποτέ & Πάντα

Πρόσφατα διάβασα ότι το ποτέ και το πάντα είναι δύο λέξεις που πάντα πρέπει να θυμάσαι και ποτέ να μην χρησιμοποιείς. Συνήθως δηλώνουν πράγματα που θα συμβούν ακριβώς αντίθετα από την αρχική υπόσχεση. Σαν τα λόγια της Ελληνικής Κυβέρνησης ένα πράμα.

ποτέ [poté] επίρρ. : 1. με αρνητική σημασία· μόνο του ως κατηγορηματική αρνητική απάντηση ή μέσα σε μία αποφατική πρόταση· ουδέποτε, σε καμία περίπτωση.

Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ :Μας το έχουν πει, το έχουμε πει και όλως τυχαίως ξεχάσαμε αμφότεροι ότι το είπαμε. Είναι σαν το: Δεν θα ξαναφάω ποτέ σοκολάτα (ναι υπάρχουν και τέτοιες δηλώσεις) και μόλις δεις έναν κουβά με σοκολάτα πηδάς μέσα και αρχίζεις να κολυμπάς δίχως αύριο. Χωρίς μπρατσάκια.

πάντα [pánda] επίρρ. χρον. : 1.με αναφορά σε κάθε χρονική στιγμή· πάντοτε.

Θα σ'αγαπώ πάντοτε : Υπόσχεση ερωτευμένου, υπόσχεση πολλών συζητήσεων και ιδανικών, υπόσχεση που συνήθως έχει ισχύ σε λογοτεχνικά έργα. Αγνοείται η εγκυρότητα της, καθώς και όποιος το είπε και το τήρησε. Αυτός ο κάποιος ίσως ζει σε βιβλίο της Τζέιν Όστεν και κυκλοφορεί με άλογο.

Αν υποθέσουμε ότι ζούμε σε παραμύθι το μόνο πάντα και ποτέ που θα μπορούσαν να συνυπάρχουν γεμάτα σιγουριά και ασφάλεια , θα ήταν ένα πάντα αρκουδάκι στη χώρα του Ποτέ. Ποτέ και πάντα: δυο λέξεις που θεμελιώνουν ελαφριά πάθη, μεγάλες κουβέντες της στιγμής

Θέλω & Μπορώ

θέλω [θélo] : 1. αισθάνομαι, εκδηλώνω μια διάθεση, μια επιθυμία για κάτι, 2. εκδηλώνω μια έντονη επιθυμία, επιζητώ, επιδιώκω, 3. εκφράζω μια προτίμηση, μια επιλογή, 4. αισθάνομαι, εκδηλώνω ερωτική επιθυμία.

μπορώ [boró]: διαθέτω τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ή δυνάμεις για να κάνω κάτι.

Μεταξύ του θέλω και του μπορώ υπάρχει ένα μικρό κενό που δεν του δίνει κανείς την προσοχή που απαιτείται. Εντάξει, είναι μικρό το κενό δεν θα πέσεις μέσα, αλλά τουλάχιστον κάνει μια προσπάθεια να τα ξεχωρίσεις.

Θέλω, αλλά δεν μπορώ: Ξέρεις ε; συνήθως πάει ανάποδα αυτό. Φυσικά και μπορώ, απλά δεν έχω σκοπό να θέλω γιατί μπήκε ένα ρακούν στο σαλόνι μου κ έχει κάτσει πάνω στο κεφάλι μου, ή πολύ απλά δεν θέλω γι’ αυτό σου λέω δεν μπορώ. Τα περισσότερα πράγματα μπορούμε όλοι να τα κάνουμε, άλλος με επιτυχία και άλλος να τον κλάψουνε οι ρέγγες και άλλα παστά ψάρια. Το αν θέλουμε να τα κάνουμε είναι άλλο καπέλο, άλλου παπά ευαγγέλιο.

Σε πολλές περιπτώσεις τα ποτέ και τα πάντα, τα θέλω και τα μπορώ παίρνουν μεγάλη βαρύτητα μέσα στον λόγο. Σε άλλες περιπτώσεις περνούν και δεν ακουμπάνε κανένα μυαλό. Προσπαθώ να σου πω ότι οι λέξεις θα είναι ΠΑΝΤΑ λέξεις, ΠΟΤΕ οντότητες αν δεν ΘΕΛΕΙΣ, και ΜΠΟΡΕΙΣ εύκολα να τις προσπεράσεις ή να τις κάνεις φίλες σου.