Αγάπη μου

του Άρη Δαβαράκη

Βρέθηκα το βραδάκι της Τρίτης με μια παρέα πολύ καλών και αγαπημένων φίλων (πέντε ήμασταν όλοι μαζί) στο σπίτι ενός εξ’ αυτών που είχα κάτι μήνες να τον δώ και τον είχα πολύ στο μυαλό μου. Ήταν ωραία. Υπήρχε μια ζεστασιά και μια πραγματική χαρά που συναντηθήκαμε επιτέλους και παρ’ όλο που είχαμε πολλά να πούμε δεν χρειάστηκαν πολλές κουβέντες για να καλύψουμε τον χρόνο που μεσολάβησε από την τελευταία μας συνάντηση. Έχουμε όλοι περάσει πολλά στη ζωή μας και ευτυχώς τα ξεπεράσαμε και προχωράμε έχοντας μάθει πολλά, ο καθένας από την δική του μοναδική διαδρομή και τα ζόρικα «σημάδια» που θα μπορούσαν να μας είχαν αλλοιώσει τον χαρακτήρα μας, την αισιοδοξία ή το χαμόγελό μας μόνο σαν μικρά παράσημα τα κουβαλάμε πιά, χωρίς να τα συνδέουμε με τον πόνο, την αγωνία, τη στεναχώρια και το βάσανο που μας προκάλεσαν όσο κρατούσαν. Για κάποιο λόγο αυτό το συναίσθημα του πραγματικά «ξανακερδισμένου χρόνου», όχι όμως σαν λογοτεχνική αναφορά ή «φιλολό» προσέγγιση, είχα πολύ καιρό να το νοιώσω έτσι χειροπιαστά. Και όταν κάτσαμε στο τραπέζι να φάμε και είχαμε τις καρδιές μας ορθάνοιχτες και τα πρόσωπά μας στολισμένα με μεγάλα φωτεινά χαμόγελα, ενώ κουβεντιάζαμε για τις τόσες δυσκολίες που ακόμα περνάμε –ο καθένας με διαφορετικό τρόπο – υπήρχε στην ατμόσφαιρα μια αύρα φωτεινή και μια σύμπνοια που μόνο η πραγματική αγάπη για τον διπλανό μας (αλλά και τον εαυτό μας που επιτέλους του αναγνωρίζουμε ότι άντεξε πολλές και γερές φουρτούνες) μπορεί να ενεργοποιήσει. Για άλλη μια φορά διαπίστωσα στην πράξη ότι η αγάπη δεν είναι ούτε συναίσθημα, ούτε έρωτας, ούτε βέβαια κάτι που μπορείς να το βγάλεις από το τσεπάκι ή το πορτοφόλι σου και να τo ακουμπήσεις στο τραπέζι, να τo μοιραστείς με τους άλλους. Είναι μια καθαρή ενέργεια άϋλη φυσικά που όταν υπάρχει μέσα μας η γύρω μας μεταμορφώνει τα πάντα, τα ανακαινίζει, θεραπεύει βέβαια «πάσαν νόσο και πάσαν μαλακία» και γεμίζει όλα τα κενά με μια παράξενη δύναμη που σε κάνει, σε όποια ηλικία και να βρίσκεσαι, να βλέπεις μόνον μπροστά σου και να προχωράς σαν να ξεκίνησες σήμερα την περιπέτειά σου πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη που βρέθηκες ποιος ξέρει πώς και γιατί και συναντήθηκες με άλλους… ομοιοπαθείς αστροναύτες που αυτή η ιδιότητα της Γής, η βαρύτητα, τους κρατάει γειωμένους επάνω στον φλοιό της.

Η μία φίλη κάποια στιγμή, χωρίς να συνδέεται η σκέψη της με κάτι που συζητούσαμε εκείνη την ώρα, είπε ότι πραγματικά απορεί πως εμείς οι άνθρωποι, και η ίδια βέβαια μαζί με όλους μας, αντί να κοιτάζουμε με μεγάλη απορία και θαυμασμό όλο αυτό το (αν μη τι άλλο) παράξενο πράγμα που μας συμβαίνει, πως είμαστε δηλαδή 7 δισεκατομμύρια ψυχές σκαρφαλωμένοι πάνω σε ένα κόκκο άμμου μέσα στο χαώδες σύμπαν, σ’ έναν πλανήτη που μας παρέχει τα πάντα για όσο διάστημα μας φιλοξενεί, έχουμε στρέψει όλη μας την προσοχή σ’ αυτά τα πολύχρωμα κουπόνια (που λέει και ο Μακριδάκης) που τα λένε χρήματα και άλλο δεν έχουμε στο νου μας από το πώς θα καταφέρουμε να αποκτήσουμε όσο πιο πολλά γίνεται, ξοδεύοντας όχι μόνο την ενέργειά μας και την φαιά ουσία μας σ’ αυτό το απίστευτο «κόλλημα», αλλά θυσιάζοντας τα πάντα γι’ αυτά τα τυπωμένα χαρτάκια, μέχρι και τις σχέσεις μας, τις αγάπες μας, την ευτυχία μας, την υγεία μας, την ψυχική μας ισορροπία –όλα. Δεν κράτησε πολύ η παρένθεση αυτή (ποτέ δεν κρατάει γιατί κανείς δεν μπορεί να απαντήσει) αλλά, κακά τα ψέματα, «έγραψε» πολύ αυτή η απλή και για πολλούς μέχρι και «αφελής» παρέμβαση.

Εγώ έφυγα νωρίτερα γιατί έπρεπε να επιστρέψω εδώ, μπροστά στο πληκτρολόγιό μου, για να γράψω και να ανεβάσω, παρέα με τον φίλο μου τον Γιώργο, toportal.gr της Τετάρτης. Αλλά έφυγα ανάλαφρος και γελαστός, πολύ ανακουφισμένος και απαλλαγμένος από κάθε ανησυχία για το «τι πρόκειται να συμβεί αύριο» και πως θα μπορέσω να το αντιμετωπίσω «αν δεν έχω λεφτά». Και η παρέμβαση της φίλης με την απορία που ήταν βγαλμένη από μέσα της με πραγματική απορία και ειλικρίνεια,  με κάνει ακόμα να γράφω χαμογελαστός, χωρίς καμία προσπάθεια ή κούραση ή έγνοια.

Είμαστε πραγματικά πολύ περίεργα ζωντανά. Θέλουμε να μαζεύουμε, να αποθηκεύουμε, να συσσωρεύουμε πλούτο κι’ αυτό μας αποσπά  από όλα αυτά τα σπουδαία και θαυμαστά που συμβαίνουν συνεχώς σ’ αυτόν τον τόσο δα, μικρούλη πλανήτη όπου φιλοξενούμαστε –ποιος ξέρει για πόσο; Για λίγες ώρες ακόμα, για λίγα λεπτά, για μερικές δεκάδες χρόνια; Και αντί να τον θαυμάζουμε και να χρησιμοποιούμε όλα αυτά που μας προσφέρει δωρεάν για να περνάμε υπέροχα, εμείς γεμίζουμε πλαστικά μπουκάλια με νερό και τα πουλάμε – έχοντας μαγαρίσει όλα τα πεντακάθαρα νερά που ήταν βέβαια από την κατασκευή τους πόσιμα και κρυστάλλινα, πρόθυμα να ποτίσουνε τη γη να βγάλει καρπούς να φάμε, να μας ξεδιψάσουν, να μας πλύνουν, να μας πάρουν αγκαλιά για να κολυμπήσουμε μέσα τους.

Παίρνουμε όλα τα δωρεάν δώρα που μας χαρίζονται και τα πουλάμε στον διπλανό μας – λες και τα φέραμε μαζί μας σ’ αυτόν τον τόσο δα πλανήτη τον πανέμορφο που μας προσφέρει όλα τα δώρα του απλόχερα.

Μέχρι στιγμής την μόνη ενέργεια που δεν καταφέραμε ακόμα να της βάλουμε μετρητή και να την  πουλάμε την λένε αγάπη.

Μαζί της δεν θα τα καταφέρουμε ποτέ να κάνουμε μπίζνες, να την εμφιαλώσουμε, να την τιμολογήσουμε, να την φορολογήσουμε ή να την βάλουμε στην  τράπεζα ή σε κάποια κρυψώνα «για ώρα ανάγκης».

Αυτή είναι σαν το Πνεύμα το Άγιο: Όπου θέλει «πνεί». Και τώρα που το σκέφτομαι καθόλου δεν το αποκλείω να είναι το ίδιο το Πνεύμα το Άγιο.

Άντε να το βρεις αυτό κύριε χρηματιστή μου, να το βάλεις στο πορτοφόλι σου.

Θα βγάλει φτερούγες το πορτοφολάκι σου και θα ανέβει στο πιο κοντινό δέντρο και θα σου κελαηδήσει σαν αηδονάκι –μήπως και καταλάβεις.

Που δεν θα καταλάβεις ούτε έτσι…