Θρίλερ με την κληρονομιά του Πικάσο

Της Αλεξάνδρας Μανδράκου/kathimerini.gr

Οταν το 1964 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Η ζωή με τον Πικάσο», ο σκανδαλιστικός απολογισμός της δεκαετούς σχέσης της ζωγράφου Φρανσουάζ Ζιλό -μούσας και μητέρας του Κλοντ και της Παλόμα, των δύο από τα τέσσερα παιδιά του- με τον κορυφαίο ζωγράφο του 20ού αιώνα, εκείνος, έχοντας αποτύχει να αποτρέψει την έκδοσή του, επιχείρησε να κόψει κάθε επικοινωνία μαζί τους και τους απαγόρευσε να τον επισκέπτονται στο εξής στο σπίτι του στις Κάννες. Εντεκα χρόνια μετά το χωρισμό τους, η Ζιλό είχε επιδοθεί στη σκιαγράφηση της ανθρώπινης πλευράς του ιδιοφυούς καλλιτέχνη, περιγράφοντας με σχεδόν ντροπιαστικές λεπτομέρειες τη σκληρότητα και το σαδισμό με τον οποίο την αντιμετώπιζε ως γυναίκα. Το βιβλίο πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα μέσα σε μερικούς μήνες και μεταφράστηκε σε 12 γλώσσες.

Μέχρι το θάνατο του πατέρα του τον Απρίλιο του 1973, ο Κλοντ κατάφερε να τον συναντήσει ελάχιστες φορές, ενώ η χήρα του Πικάσο Ζακλίν δεν επέτρεψε ούτε στον ίδιο ούτε στην αδερφή του να παρευρεθούν στην κηδεία. Τρία χρόνια νωρίτερα, οι δυο τους είχαν επιχειρήσει διά της δικαστικής οδού να αναγνωριστούν ως νόμιμοι κληρονόμοι του -ήταν παιδιά εκτός γάμου-, δεν κέρδισαν όμως την υπόθεση. Τη λύση έδωσε σύντομα η αλλαγή της σχετικής γαλλικής νομοθεσίας με την αναγνώριση δικαιωμάτων νόμιμων τέκνων και στα νόθα, αποκαθιστώντας τόσο τον Κλοντ και την Παλόμα όσο και την ετεροθαλή τους αδελφή Μάγια, την κόρη του Πικάσο από την ερωμένη του Μαρί-Τερέζ Γουόλτερ, ως κληρονόμους του μεγάλου ζωγράφου - μαζί φυσικά με τον γιο του από το γάμο με την Ολγα Κόκλοβα, Πάουλο.

Μια περιουσία αντικείμενο έριδας

Η τεράστια παρακαταθήκη που άφησε πίσω του ο Πικάσο θα αποτελούσε για χρόνια αντικείμενο έριδας μεταξύ των μελών της οικογένειάς του. Γραπτή διαθήκη δεν υπήρχε και η περιουσία, περίπου 70.000 έργα τέχνης, ήταν ανυπολόγιστης αξίας. Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια και μερικοί θάνατοι -του εγγονού του Παμπλίτο, που αυτοκτόνησε πληγωμένος επειδή η Ζακλίν τού απαγόρευσε να πάει στην κηδεία του παππού του, του γιου του Πάουλο, που πέθανε κατεστραμμένος από το αλκοόλ το 1975, και της ερωμένης του Μαρί-Τερέζ Γουόλτερ, που απαγχονίστηκε το 1977- ώστε ο Κλοντ, ο μοναδικός πια εν ζωή γιος του, να αναλάβει εξ ολοκλήρου τη διαχείριση της καλλιτεχνικής κληρονομιάς του Πάμπλο Πικάσο. Και να διαδραματίσει, σε αρκετές περιπτώσεις, τον ενωτικό ρόλο που ο πατέρας του δεν κατάφερε ποτέ να έχει.

Με τα πνεύματα να έχουν ηρεμήσει αρκετά, το 1979 η οικογένεια Πικάσο -υπό την καθοδήγηση του Κλοντ- θα προχωρήσει σε μια τεράστια δωρεά προς το γαλλικό κράτος, προκειμένου να αποπληρώσει τον υπέρογκο φόρο κληρονομιάς: συνολικά 5.000 πίνακες, σχέδια, σκίτσα, γλυπτά, κεραμικά, χαρακτικά και εικονογραφήσεις, 200.000 αντικείμενα από το προσωπικό του αρχείο και 150 έργα άλλων εικαστικών από την ιδιωτική του συλλογή, μεταξύ των οποίων Ντεγκά, Σεζάν, Ρουσό κ.ά., βρίσκουν μόνιμη στέγη στο Hotel Salé, μια ιστορική έπαυλη του 17ου αιώνα στην παριζιάνικη συνοικία Μαρέ. Το Μουσείο Πικάσο θα ανοίξει πανηγυρικά τις πύλες του στο κοινό το 1985, έχοντας να επιδείξει τη μεγαλύτερη συλλογή έργων του ζωγράφου στον κόσμο.

Πριν από πέντε χρόνια, αποφασίστηκε το κλείσιμο του μουσείου για ριζική ανακαίνιση. Μετά από σειρά αναβολών και καθυστερήσεων, πριν από λίγες μέρες, στις 25 Οκτωβρίου, γιόρτασε την 133η επέτειο από τη γέννηση της σημαντικότερης ίσως καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας του προηγούμενου αιώνα με τα δεύτερα εγκαίνιά του: αυτά της πολυσυζητημένης και πανάκριβης ανακαίνισής του, που κόστισε 52 εκατομμύρια ευρώ, διπλασίασε τον εκθεσιακό χώρο του, βελτίωσε τις εγκαταστάσεις του με την προσθήκη νέας εισόδου, αμφιθεάτρου πολυμέσων και κήπου εμπνευσμένου από το κίνημα του κυβισμού, ενώ οδήγησε στη θυελλώδη απομάκρυνση της προέδρου του Αν Μπαλτασαρί τον περασμένο Μάιο αλλά και στην έντονη δυσαρέσκεια του ισχυρού άντρα των Πικάσο, Κλοντ.

Η σιδηρά κ. Μπαλτασαρί

«Η Γαλλία κοροϊδεύει τον πατέρα μου», δήλωνε οργισμένος μερικούς μήνες πριν σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Φιγκαρό. Τα εγκαίνια είχαν αναβληθεί αρκετές φορές από το 2011 που ήταν αρχικώς προγραμματισμένα και για το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού η ευθύνη βάρυνε αποκλειστικά σχεδόν τη σιδηρά κυρία του μουσείου. Ο Κλοντ Πικάσο δεν συμφώνησε ποτέ με αυτή την εκδοχή. Αντίθετα, πριν ακόμα ανακοινωθεί το όνομα του διαδόχου της Μπαλτασαρί, υποστήριξε ότι θα θεωρήσει «παρείσακτο» όποιον και αν αναλάβει τα καθήκοντά της. Eξάλλου, ποτέ δεν έκρυψε τη βαθιά εκτίμηση που έτρεφε για την παθιασμένη ερευνήτρια που ξεκίνησε να εργάζεται στα αρχεία του μουσείου το 1992, για να αποκτήσει σύντομα διεθνή φήμη για τις γνώσεις, την κατάρτισή της αλλά και την εξαιρετική δουλειά της ως επιμελήτρια εκθέσεων Πικάσο. Η συμμετοχή της στο στήσιμο ενός από τα μεγαλύτερα εικαστικά μπλοκμπάστερ όλων των εποχών, της έκθεσης Ματίς - Πικάσο, που συνδιοργανώθηκε το 2002 από την Τέιτ Μόντερν, το ΜoMΑ, το Πομπιντού και το Μουσείο Πικάσο, υπήρξε από τις πιο χαρακτηριστικές.

Τρία χρόνια αργότερα, η Μπαλτασαρί τοποθετείται στη θέση της διευθύντριας, ενώ το 2010, αναγνωρίζοντας το κύρος και την προσφορά της, η γαλλική κυβέρνηση θα της εμπιστευθεί την προεδρία του μουσείου. Στο μεταξύ, όμως, πληθαίνουν οι φωνές αμφισβήτησης στο πρόσωπό της. Οι επικριτές της μιλούν για αλαζονική και αυταρχική συμπεριφορά προς πάσα κατεύθυνση αλλά και για κάκιστες σχέσεις με ομολόγους της άλλων μουσείων. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αμφιβάλλουν δημόσια ακόμη και για την ποιότητα της ερευνητικής δουλειάς της. Ομως η Μπαλτασαρί χαίρει της υποστήριξης του Κλοντ Πικάσo και αυτό φαίνεται για καιρό πως αρκεί. Και ο ίδιος εξάλλου είχε στο παρελθόν βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα, όταν π.χ. το 1998 έδωσε την άδεια -έναντι αστρονομικού ποσού που ποτέ δεν ανακοινώθηκε επίσημα- για τη χρήση του ονόματος Πικάσο από την αυτοκινητοβιομηχανία Σιτροέν στο ομώνυμο μοντέλο, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις μελών της οικογένειάς του αλλά και καλλιτεχνών, όπως ο Καρτιέ-Μπρεσόν. Ξέρει, λοιπόν, καλά τι θα πει να σε πολεμούν. Και είναι αποφασισμένος να παραμείνει σύμμαχος της Μπαλτασαρί μέχρι τέλους.

Εθνική ντροπή

Το θέμα όμως είναι ότι τα εγκαίνια του υπό ανακαίνιση μουσείου αναβάλλονταν συνεχώς. Οι εξηγήσεις που δίνονται δεν κρίνονται ικανοποιητικές, ενώ το γεγονός ότι ένα από τα πιο εμβληματικά μουσεία της Γαλλίας παρέμενε κλειστό για 5 χρόνια φτάνει να θεωρείται ένα είδος εθνικής ντροπής. Σύμφωνα με δημοσίευμα του περασμένου Μαΐου της Λιμπερασιόν, από τους 40 μόνιμους υπαλλήλους περισσότεροι από τους μισούς συντάσσουν επιστολή στην οποία κατηγορούν την Μπαλτασαρί για αυταρχισμό και μεροληπτική συμπεριφορά που έχει οδηγήσει το Μουσείο Πικάσο σε αδιέξοδο. Το γεγονός ότι κατάφερε να συγκεντρώσει 31 εκατομμύρια ευρώ για τους σκοπούς της ανακαίνισης μέσα από δάνεια από τη συλλογή του μουσείου δεν της προσέφερε πλέον την απαραίτητη ασυλία ώστε να κρατήσει την καρέκλα της. Ετσι κι αλλιώς, το κόστος έχει ξεπεράσει κατά πολύ τον αρχικό προϋπολογισμό.

Στα μέσα Μαΐου, η τότε υπουργός Πολιτισμού Ορελί Φιλιπετί ζητεί την παραίτηση την Αν Μπαλτασαρί. Στη θέση της τοποθετείται ο μέχρι πρότινος διευθυντής του Κέντρου Πομπιντού στη Μετς της Λορένης, Λοράν Λε Μπον, που επιμένει ότι η προκάτοχός του εξακολουθεί να είναι απαραίτητη στο μουσείο, έστω και με διαφορετική ιδιότητα. Μετά από έντονες διαφωνίες και πολύμηνο παρασκήνιο, η Μπαλτασαρί συμφωνεί να συμμετάσχει στο στήσιμο της έκθεσης του ανακαινισμένου Μουσείου Πικάσο. «Δεν είναι πια το μουσείο μου», ισχυρίζεται, τη στιγμή που ο διάδοχός της δηλώνει με περισσή ταπεινότητα πως «πρόκειται για μια δημόσια συλλογή που ασφαλώς δεν του ανήκει». Στο μεταξύ, οι αλλεπάλληλες καθυστερήσεις και η εκτόξευση του προϋπολογισμού της ανακαίνισης θεωρούνται ως μερικοί από τους λόγους που στοίχισαν την υπουργική καρέκλα και στην Ορελί Φιλιπετί. Ο Λε Μπον δηλώνει πως «δεν είναι ο Ζορό» και δεν έχει μαγικές λύσεις. Αλλά οι περιστάσεις απαιτούν αν μη τι άλλο ψυχραιμία και ομοψυχία. Η δημόσια στήριξη στο πρόσωπό του από τη Μάγια Πικάσο, κόρη της Μαρί-Τερέζ Γουόλτερ, είναι οπωσδήποτε μια μικρή νίκη. Οπως φυσικά και το γεγονός ότι τα εγκαίνια έγιναν τελικά...