Το ένδοξο Όχι και τα τόσα άδοξα Ναι

Του Στέφανου Δάνδολου

Στην άκρη του δρόμου ένας μικρός τυμπανιστής πρόβαρε το ταμπούρλο του. Δεν ήταν πάνω από επτά-οκτώ ετών και βάδιζε καμαρωτός-καμαρωτός, το βλέμμα του σοβαρό, μετρημένο. Η δουλειά του ήταν να κρατάει τον ρυθμό και την είχε πάρει πολύ στα σοβαρά, γιατί έτσι κι αλλιώς είναι μια πολύ σοβαρή δουλειά να κρατάς το ρυθμό, όλα εξαρτώνται από σένα. Πιο πέρα, οι συμμαθητές του στοιχίζονταν. Όλοι πρωτάκια πρέπει να ήταν. Φαινόταν ότι η παρέλαση ήταν μια μεγάλη στιγμή για όλους τους. Η σημερινή μέρα μοιάζει να εμπνέει περισσότερο τους πιτσιρικάδες που στην ουσία ξέρουν ελάχιστα για την σημερινή μέρα. Η μυσταγωγία που διαχέεται στην ατμόσφαιρα –αυτό το γιορτινό σημάδι που τονίζουν οι μπάντες, ο κόσμος, οι κορδέλες που κλείνουν τους δρόμους από το πρωί– τους αρκεί για να θεωρήσουν ότι αυτό που οφείλουμε να θυμόμαστε είναι κάτι πολύ σημαντικό. Φτάνει μια ματιά στα νήπια για να το καταλάβεις. Ακόμη κι αυτά ανταποκρίνονταν στο ρόλο τους με ζήλο. Περπατούσαν χαρίζοντας χαμόγελα, λες και στα ουράνια τόξα των ματιών τους ξεπρόβαλλαν αψίδες θριάμβου.

Η παρέλαση, σαν διαδικασία, δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Είναι ένα national show, τίποτε παραπάνω. Σαν θεσμός όμως σημαίνει ένα πράγμα, το οποίο μοιάζει πολύ σημαντικό, σε καιρούς τουλάχιστον σαν τους σημερινούς, όπου όλα δοκιμάζονται: σημαίνει μια συλλογική πράξη. Είναι από τις ελάχιστες συλλογικές πράξεις, όπου όλοι προσέρχονται επειδή κάτι τους συνδέει. Άλλοι το ονομάζουν πατριωτισμό, άλλοι καθήκον, άλλοι παράδοση, άλλοι επέτειο, άλλοι μνήμη. Δεν έχει σημασία πώς το ονομάζεις. Σημασία έχει ότι υπάρχει, εξακολουθεί να υπάρχει, και σε συνδέει με τον διπλανό σου, με τον φίλο σου, με τον άνθρωπο που δεν συμπαθείς, με όλους. Δεν αντανακλά ούτε στις εξέδρες των επισήμων, όπου ένα σωρό αχρείαστοι παράγοντες χαμογελούν βαριεστημένα, ούτε στις ζαλιστικές θεωρίες των μεγαλόσχημων αναλυτών για το αν πρέπει να γίνονται παρελάσεις ή όχι, ούτε σε κομματικές προσεγγίσεις και πολιτικές καπηλεύσεις. Αντανακλά στον τρόπο όπου ο ένας γίνεται ομάδα, και κατεβαίνει στο γήπεδο για να παρελάσει με τους υπόλοιπους της ομάδας. Αντανακλά στην αίσθηση ότι είμαστε όλοι μαζί. Μιαν αίσθηση που δεν κυριαρχεί τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου σε τούτη την χώρα.

Ίσως γι' αυτό οι πιτσιρικάδες το εκλαμβάνουν βαθύτερα. Δεν έχουν προλάβει να φθαρούν, δεν έχουν προλάβει να νικηθούν από το κακό πρόσωπο της πατρίδας. Στα δικά τους μυαλά η ομάδα είναι μια ιδέα που συγκινεί. Να χαιρόμαστε όλοι μαζί, να στενοχωριόμαστε όλοι μαζί, να προσπαθούμε όλοι μαζί. Κοινό το κέρδος, κοινή και η χασούρα. Και κάπως έτσι βρίσκεις στα παιδιά μια έκφανση του συλλογικού καθήκοντος που εσένα σου λείπει. Μπορεί να μην ξέρουν όλα τι γιορτάζεται σήμερα, και σίγουρα δεν ξέρουν παρά μια σύνοψη, αλλά αυτό δεν τα καθιστά λιγότερο ικανά να αντιληφθούν την σημασία του πράγματος. Εισπράττουν την συλλογικότητα και την ανταποδίδουν στο πολλαπλάσιο. Αρκεί τούτο.

Κάτι άλλο που δεν γνωρίζουν τα παιδιά αυτά είναι η ιδιοσυγκρασία της χώρας τους.

Όταν έπρεπε να πούμε Όχι, το είπαμε, και η Ιστορία δικαίωσε το ένστικτο εκείνης της συλλογικότητας. Μα οι πιτσιρικάδες δεν μπορούν να φανταστούν πόσα Ναι έχουμε πει από τότε. Θα το καταλάβουν μεγαλώνοντας όταν κι εκείνοι θα πάψουν να λένε όχι, όταν η αντίδραση της ηλικίας τους ξεθυμάνει και θα αφεθούν στην απέραντη θάλασσα των μικρών και μεγάλων συμβιβασμών, σε αυτό το πελώριο κύμα που δεν είναι πια γαλάζιο όπως το χρώμα της σημαίας, αλλά γκρι και μαύρο, με μια σέπια από την κρούστα της λάσπης. Τα παιδιά είναι οι μόνοι άνθρωποι που λένε όχι αβίαστα, με έναν ενστικτώδη δυναμισμό που σε αφήνει άναυδο. Αλλά αυτά τα παιδιά, τα δικά μας παιδιά, που άλλοτε θα πήγαιναν να πολεμήσουν υπό την σκιά ενός Όχι δοξασμένου, ζουν σε μια χώρα όπου το Όχι χρησιμεύει διακοσμητικά. Ζουν στη χώρα όπου το ένα και μοναδικό παγκόσμιο Όχι της Ιστορίας μας, γιορτάζεται κάθε χρόνο χωρίς να προσφέρει την παραμικρή αλληγορία, χωρίς να εμπνέει ουσιαστικά, χωρίς να γίνεται τρόπος διδαχής.

Αυτά τα παιδιά, τα σημερινά, δεν ξέρουν ακόμη πως εκείνο το Όχι ήταν εξαίρεση:

Είπαμε όχι στον κατακτητή, αλλά από τότε έχουμε τόσα ναι σε παρεμφερείς κατακτητές, ώστε για κάθε παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου αντιστοιχούν δεκάδες παρελάσεις με μαύρες σημαίες σε ημερομηνίες υπογραφής διαταγμάτων, και μην πάει ο νους σας στα μνημόνια γιατί αυτό είναι το τελευταίο κρούσμα. Πρώτα απ' όλα ξεπουληθήκαμε στους εγχώριους κατακτητές. Είπαμε ναι στους μεγαλοεργολάβους, στο μαύρο χρήμα, στις μίζες, στα λαμόγια των προθαλάμων, στους λομπίστες, στους καριερίστες της πολιτικής, στις οικογενειοκρατίες, στα υπόγεια παιχνίδια των media, είπαμε ναι στους προπαγανδιστές των μαζών, στους υπόδικους που συνεχίζουν να διαδραματίζουν ρόλους, στους υπουργούς που πλούτισαν από κρατικές συμφωνίες, στην άθλια και τριτοκοσμική δημόσια μηχανή, είπαμε ναι σε κατάφωρες αδικίες κοινωνικών ομάδων, στην εξόντωση των συνταξιούχων, στην εξαθλίωση των νέων παιδιών, στην ασφυξία των οικογενειαρχών. Όλα αυτά τα Ναι δεν τα είπε κάποιος μόνος του, δεν τα ξεστόμισε η τάδε ή η δείνα κυβέρνηση χωρίς την δική μας συγκατάθεση. Όλα αυτά τα Ναι τα είπαμε όλοι μαζί, ο καθένας με την συμπαράσταση του και με την δύναμή του, ή με την αδιαφορία του και την ανοχή του.

Έτσι λοιπόν καθόμουν σήμερα το πρωί και κοιτούσα εκείνον τον μικρό τυμπανιστή που κούρδιζε το ταμπούρλο του και ήθελα να τον χειροκροτήσω με όλη μου την δύναμη, γιατί ενώ η χώρα του δεν δίνει δεκάρα τσακιστή για τυμπανιστές, εκείνος προετοιμαζόταν με όλη την αυτοσυγκέντρωση του κόσμου να επιτελέσει το καθήκον που του είχαν αναθέσει. Παρατηρούσε τους υπόλοιπους της ομάδας του και προσπαθούσε να φτιάξει τον ήχο του, που έβγαινε σαν να ήταν μπουκωμένος. «Έλα, άστο, δεν πειράζει», του είπε η δασκάλα του, «μπορείς και έτσι να παρελάσεις, κανείς δεν θα καταλάβει την διαφορά αν το ταμπούρλο είναι λιγάκι ξεκούρδιστο». Ο μικρός όμως κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Και συνέχισε να προσπαθεί, ώσπου δέκα λεπτά αργότερα έριξε ένα χτύπημα και το πρόσωπό του επιτέλους φωτίστηκε. Κατόπιν κοίταξε τους άλλους της ομάδας του, υπερήφανος που τα είχε καταφέρει και σίγουρος ότι θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες τους, και όλα τα Όχι που δεν είπαμε τον τελευταίο μισό αιώνα τα διέκρινα στο βλέμμα του.