Δυό πεθαμένοι πλούσιοι ζητιάνοι

Της Μαρίλης Μαργωμένου/kathimerini.gr

Δύο στενά πιο πάνω απ’ την παραλιακή, στο ύψος του «Αστέρα» είναι ένα διαμέρισμα που χρόνια τώρα είχε πάντα τις τέντες κατεβασμένες. Στη γειτονιά, τα άλλα σπίτια είναι μεζονέτες, ή βίλες με κήπους και πισίνες. Αλλά αυτό το σπίτι δεν μπορεί να μην το προσέξεις, γιατί στο μπαλκόνι του έχει απλωμένα σκουπίδια. Σακούλες, χαρτιά, σαπισμένα ξύλα... Κι όμως, οι γείτονες λένε πως δύο άνδρες που έμεναν εδώ, στον πρώτο όροφο της οδού Διός 12 στη Βουλιαγμένη, ήταν ίσως οι πλουσιότεροι άνθρωποι της περιοχής. Και οι πιο δύσκολοι να τους προσεγγίσεις.

Η ιστορία του Παρασκευά και του Δημήτρη Ντάβου, είναι απ’ αυτές που τις βλέπεις στις ταινίες, και σκέφτεσαι πως ο σκηνοθέτης το έχει παρακάνει. Δεν χρειάζεται παρά να σε δουν οι γείτονες στην πόρτα για να σου μιλήσουν γι’ αυτούς. «Πάμπλουτοι!», λέει μια γυναίκα. «Πάνω από δέκα ακίνητα! Αλλά όπως βλέπετε, τα λεφτά δεν τους έφεραν και μεγάλη ευτυχία».

Το σπίτι των δύο αδελφών είναι καιρό τώρα σφραγισμένο. Πάνω στη συζήτηση μαθαίνω πως ο μεγάλος αδελφός που πλησίαζε τα 80, είχε μεγάλη εξάρτηση απ’ το μικρό, που ήταν 63 ετών. «Μερικές φορές ο μεγάλος φώναζε, νευρίαζε, αλλά δεν πείραξε ποτέ κανέναν. Και πάντα σε ό,τι έλεγε ο μικρότερος, αυτός ακολουθούσε», μου λένε. Ρωτάω αν είχε μπει ποτέ κανένας γείτονας σ’ αυτό το σπίτι, αλλά οι άνθρωποι μου απαντούν πως ακόμα και τον ανιψιό τους, που τους επισκεπτόταν μια στο τόσο, τα δύο αδέλφια τον έβλεπαν στον κήπο, δεν τον άφηναν να περάσει την πόρτα. «Ρωτήστε κανένα ντελιβερά απ’ την ψησταριά του ”Ζάχου”», μου λένε τελικά. «Τα αδέλφια παράγγελναν φαγητό από εκεί σχεδόν κάθε μέρα».

Μέχρι το 2013, τα δύο αδέλφια κάπου – κάπου πήγαιναν για μπάνιο στην πλαζ της Βουλιαγμένης, αλλά ποτέ όταν είχε κόσμο. Οσο ζούσε η μητέρα τους, που έμεινε μαζί τους 30 χρόνια στο σπίτι της οδού Διός, όλα έμοιαζαν σχετικά φυσιολογικά. Ηταν η εποχή που τα αδέλφια μάζευαν παλιά αντικείμενα απ’ τα σκουπίδια και τα πουλούσαν, παρότι «εισέπρατταν ένα σωρό λεφτά από ενοίκια». Αλλά με τον καιρό, όλα άλλαξαν. Τον τελευταίο χρόνο, το σάκχαρο και των δυο τους χειροτέρεψε, ο μικρότερος είχε κι ένα τραύμα στο πόδι. Οι έξοδοι σταμάτησαν, κι ούτε η γυναίκα που καθάριζε το σπίτι δεν ερχόταν πια. Κάπως έτσι, ο Παρασκευάς και ο Δημήτρης Ντάβος απομονώθηκαν εντελώς.

Στις 7 Ιουλίου οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι παραβιάζοντας την πόρτα. Οι γείτονες είχαν κάνει άπειρα παράπονα - έλεγαν πως δεν αντέχεται η κατάσταση με τη δυσοσμία. Ολοι τους πίστευαν πως τα δύο αδέλφια απλώς είχαν μαζέψει στο μπαλκόνι πολλά σκουπίδια, που λόγω της ζέστης μύριζαν. Αλλά οι αστυνομικοί βρέθηκαν μπροστά σε μια εικόνα τραγική. Οι δύο άνδρες καθισμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον, με τα σώματα σε προχωρημένη αποσύνθεση. Και παντού, ποντίκια, έντομα και σκουπίδια.

Ενας γείτονας και μια οικιακή βοηθός θυμήθηκε πως μερικές εβδομάδες πριν, είχε ακούσει κάτι σαν λυγμό απ’ το διαμέρισμά. Βγήκε να δει, και ανάμεσα στις τέντες, είδε τον έναν αδελφό να κλαίει. Αλλά δεν ειδοποίησε κανέναν, γιατί είπαμε: τα αδέλφια ήταν ιδιόρρυθμοι άνθρωποι... Οι αστυνομικοί όμως αυτό το στοιχείο το συσχέτισαν με τη διάγνωση του ιατροδικαστή: οι δύο άνδρες μπορεί να είχαν διαφορά 17 χρόνια, αλλά πέθαναν σχεδόν ταυτόχρονα. Η εκδοχή ήταν πως ο ένας αδελφός πέθανε από φυσικά αίτια, και ο άλλος, μην αντέχοντας την απώλεια, αυτοκτόνησε. Ο πιο στενός τους συγγενής, ο ανιψιός τους, που είναι γιατρός στις φυλακές της Θεσσαλίας, φρόντισε να ενημερώσει την τράπεζα στην οποία είχαν καταθέσεις 550.000 ευρώ πως οι θείοι του δεν ζουν πια. Και η ιστορία σταμάτησε εκεί.

Τουλάχιστον μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου. Εκείνη την ημέρα, στο τηλέφωνο της ασφάλειας, ένας τραπεζικός υπάλληλος κατήγγειλε πως μερικά λεπτά νωρίτερα ένας άνδρας με πληρεξούσιο υπογεγραμμένο απ’ τα δύο νεκρά αδέλφια προσπάθησε να σηκώσει 160.000 ευρώ από υποκατάστημα της λεωφόρου Αμφιθέας. Στις 7 Οκτωβρίου, στη δεύτερη προσπάθεια του 66χρονου άνδρα σε άλλη τράπεζα της ίδιας περιοχής, οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν, ενώ προσπαθούσε να πάρει μια επιταγή των 50.000 ευρώ, χρησιμοποιώντας το πλαστό πληρεξούσιο. Ο συνταξιούχος είπε στους αστυνομικούς πως εκείνος απ’ τα λεφτά θα έπαιρνε μόνο 3.000 ευρώ. Τα υπόλοιπα θα τα έδινε στον συνεργό του, που τον περίμενε σ’ ένα παρκαρισμένο Ford Fiesta μαζί με μια 47χρονη συμβολαιογράφο. Εκπληκτοι οι αστυνομικοί συνειδητοποίησαν πως μέσα στο Fiesta καθόταν ο βετεράνος ποδοσφαιριστής Θ. Α., που τη δεκαετία του ’90 έπαιζε με τον Τζόρτζεβιτς στον Πανηλειακό. Ο οποίος, μάλιστα, κυκλοφορούσε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους εξαιτίας μιας άλλης, παρεμφερούς υπόθεσης...

Κάπως έτσι, η υπόθεση απέκτησε νέα διάσταση. Στο σπίτι του παλιού ποδοσφαιριστή, που ήταν πια στη φυλακή, βρέθηκε ένα πωλητήριο 70.000 ευρώ για ένα ακίνητο που ενδέχεται να ανήκε κι αυτό στα δύο αδέλφια. Στο παρελθόν, ο Θ.Α. φερόταν να συνεργάζεται με γραφεία εύρεσης εργασίας, για να υποκλέπτει μέσω των οικιακών βοηθών ταυτότητες ηλικιωμένων. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και η συμβολαιογράφος που συνελήφθη μαζί του: επανειλημμένως είχε συμμετοχή σε αντίστοιχες υποθέσεις με πλαστογραφίες και απάτες. Καθώς η αστυνομία συνεχίζει να ψάχνει για τους συνεργούς τους, το κουβάρι ξετυλίγεται. Κι όσο για τα δύο αδέλφια, οι τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις στις σορούς θα δείξουν τι ακριβώς τους συνέβη. Και μήπως τελικά, διαλέγοντας τη ζωή του ρακοσυλλέκτη άφησαν τους εαυτούς τους να πέσουν θύματα μιας νέας συμμορίας δολοφόνων, εξοντώνοντας ηλικιωμένους για να υφαρπάζουν την περιουσία τους...