Για τα γενέθλια του Οδυσσέα Ελύτη

του Άρη Δαβαράκη

Ο Ελύτης γεννήθηκε 2 Νοεμβρίου, τη μέρα που γιορτάζουνε οι άγιοι Ακίνδυνος, Πηγάσιος, Αφθόνιος, Ελπιδοφόρος και Ανεμπόδιστος. Αυτά τα πέντε ονόματα, από την εφηβεία μου κιόλας, τα έχω συνδέσει στο μυαλό μου με την ποίηση του Ελύτη που Πηγάζει με Αφθονία, Ανεμπόδιστη και Ελπιδοφόρα, μέσα από μια τολμηρή, γενναία ψυχή που αψηφάει τον κίνδυνο, με την ίδια τόλμη, είτε πολεμάει στα βουνά της Αλβανίας, είτε παλεύει με τις λέξεις μέχρι «ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά του», μέσα στον κίνδυνο, πάντοτε Ακίνδυνος. Είναι για μένα ο πιο σημαντικός και απαραίτητος, ο πιο μεγάλος δάσκαλος.  Δεν είναι βέβαια κριτική άποψη αυτή που θέλει να κατατάξει τους ποιητές σε περισσότερο η λιγότερο σημαντικούς και απαραίτητους. Είναι μονάχα η δική μου αλήθεια. Είναι ο ποιητής μου, αυτός μου ταιριάζει. Είναι ο πιο σημαντικός για μένα γιατί η ποίησή του με βοηθάει να δυναμώνω και να προχωρώ και δεν προσπαθεί να με τραβήξει με την τέχνη του σε σκοτεινά λημέρια όπως συμβαίνει με την ποίηση  άλλων ομολόγων του. Και μου είναι και απαραίτητος αφού ο κάθε στίχος του με εμψυχώνει και με παροτρύνει να ζω ποιητικά, να μην φοβάμαι τίποτα δηλαδή και να πιστεύω ακράδαντα στο φως αυτό που δεν σβήνει ποτέ, ούτε πριν την γέννηση, ούτε μετά τον θάνατο. Διαλέγοντας προσεχτικά τις λέξεις του μία-μία, προσπαθεί να μου εξηγήσει ότι η ζωή δεν είναι ούτε δύσκολη ούτε άδικη από μόνη της – και ότι από εμένα εξαρτάται πόσο φώς θα αξιωθώ ( διότι «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός», λέει ο Γιώργος Σεφέρης).  Με πολύ απλά Ελληνικά ο Οδυσσέας Ελύτης είναι πάντα το μισογεμάτο ποτήρι, ή αυτό που ξεχειλίζει. Ποτέ το μισοάδειο.

Αυτή η ποίηση του Ακινδύνου, του Πηγασίου, του Αφθονίου, του Ελπιδοφόρου και του Ανεμποδίστου είναι αυτή που, στον ρυθμό των σφυγμών μας μετράει «Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας. Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ' εμείς.». Εμείς που «Πιστέψαμε τα Βήματά μας - ζήσαμε τα Βήματά μας - είπαμε τα Βήματά μας άξια!». Απ’ την αρχή, από τους «Προσανατολισμούς» του, το συμπέρασμα είχε ήδη βγει: «Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία».

«Φεύγει ο κόσμος, είμαι σ' ένα κύμα του, εμπιστεύομαι όλος στη φορά του» λέει ανεμπόδιστα. Κίνδυνος δεν υπάρχει, είναι ακίνδυνα όλα. «Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου». Πηγάζει άφθονη η φωτοχυσία. «Το σκοτάδι με χρωστάει στο φως. Η γη στη θάλασσα, ή φουρτούνα στη γαλήνη». Τον λέω, τον αρθρώνω αυτόν τον στίχο και νοιώθω να πατώ γερά στη γη σαν να ασκούμαι για την εποχή που θα με βαρεθεί η βαρύτητα. «Το σκοτάδι με χρωστάει στο φώς». Και «Φως πάλι φως η ψυχή που μάχεται».

Το έχω μεγάλη ανάγκη εγώ το φώς και παρ’ όλο που τους καταλαβαίνω και τους συμπονώ σαν συνανθρώπους, σαν ποιητές δεν με βοηθούν καθόλου εκείνοι που έχουν την τάση να μεγεθύνουν τις αβύσσους και να υμνούν τα αδιέξοδα του βίου. Γι’ αυτό ο γεννημένος σαν σήμερα, 2 Νοεμβρίου, μέρα του Ακίνδυνου, του Πηγάσιου,  του Αφθονίου,  του Ελπιδοφόρου και του Ανεμπόδιστου Οδυσσέας είναι για μένα ο πιο σημαντικός απ’ όλους, ο πιο απαραίτητος, ο πιο μεγάλος δάσκαλος: «Ήβη της μέρας πρώτη κρήνη της χαράς/Η αρχαία μυρσίνη τινάζει τη σημαία της/Θ' ανοίξει ο κόλπος των κορυδαλλών στο φως/Κι ένα τραγούδι θα σταθεί μετέωρο/Σπέρνοντας τα χρυσά κριθάρια της φωτιάς/Στους πέντε ανέμους.»

Οι ποιητές οι αληθινοί, φτερουγίζουν στο φώς ακόμα και με τα φτερά τους τσακισμένα. Δεν καταλαβαίνω τον ρόλο μιας ποίησης που γκρινιάζει. Μιας ποίησης που νοσταλγεί συνεχώς και θυμάται τα νιάτα της, που στεναχωριέται και βαριαναστενάζει μπροστά στην πύλη του θανάτου. Ούτε βέβαια μπορώ και την άλλη ποίηση, εκείνη που όλο τραγουδάει ανάλαφρη και ξέγνοιαστη, ρομαντική και ερωτευμένη, με συννεφάκια ολόλευκα επάνω στο γαλάζιο και ονειρεύεται έμμετρα με ομοιοκαταληξίες πολύ πετυχημένες. Η ποίηση που έχει η ψυχή μου ανάγκη, είναι εκείνη που παλεύει με τις λέξεις και τον χρόνο, τις δυσκολίες της ζωής και την σκληρότητα της και ξέρει να μιλάει για «το δριμύ, το μαύρο του Θανάτου» χωρίς αυτό να την τρομάζει ή να την σταματά.

Αλλά αρκετά: Κάθισα κι’ έγραψα και σήμερα μόλις είδα ότι η Κυριακή που ξημέρωσε είναι του Ακίνδυνου, του Πηγάσιου, του Αφθόνιου, του Ανεμπόδιστου και του Ελπιδοφόρου – άρα εξαιρείται του κανόνα να μην ανεβάζει  καινούργια κείμενα τις Κυριακές toportal.gr μας. Και όσο έγραφα είχα στο μυαλό μου αυτούς τους στίχους του μεγάλου μου δασκάλου (δασκάλου ζωής εννοώ βεβαίως, όχι δασκάλου ποιήσεως) που είναι εξαιρετικά αφιερωμένοι σε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες που πιστεύουνε πως βάζοντας διάφορες εύηχες, καλοστημένες λέξεις, την μια μετά την άλλη, μπορείς σε κάποιο διάλλειμα της κανονικής ζωής σου της υπόλοιπης να γράψεις ποίηση –και να την εκδώσεις και με δικά σου έξοδα εν ανάγκη.

Δεν είναι ρομαντικός περίπατος στο δάσος ή την αμμουδιά ή ποίηση. Δεν γίνεται στις ελεύθερες ώρες μας. Και οι ποιητές δεν είναι part-time επαγγελματίες, είναι 7Χ24, 365 μέρες το χρόνο και 366 τα δίσεκτα full-time job. Το λέει ο Ελύτης με άλλο τρόπο, πιο καλά από μένα (γι’ αυτό μου είναι απαραίτητος). Είναι σκληρή δουλειά η ποίηση –  η ποίηση που διατρέχει τα σκοτάδια (δεν τα αποφεύγει φυσικά γιατί δεν αποφεύγονται), τα διαπερνά με αγώνα, πίστη, επιμονή και προσήλωση στο φώς το αληθινό, είτε διακρίνεται αυτό, είτε δεν διακρίνεται. Εκεί ξεχωρίζουν οι μεγάλοι ποιητές –στα πολύ δύσκολα. Εκεί που δεν διακρίνεται τίποτα, το μαύρο είναι απόλυτο (σαν το δριμύ το μαύρο) εκείνοι όμως προχωρούν στο σκότος το ψηλαφητό με τεντωμένα χέρια όπως οι τυφλοί, αποφασισμένοι να βγούνε στο ξέφωτο και με τις λέξεις που μαζέψανε στη διαδρομή να φτιάξουνε καινούργια μονοπάτια για όλους εμάς, τους υπόλοιπους.

Αυτοί είναι οι στίχοι που κράτησα για το τέλος. Αυτοί που μιλάνε για τους ποιητές:

Με τι πέτρες τι αίμα και τι σίδερο/Και τι φωτιά είμαστε καμωμένοι/Ενώ φαινόμαστε από σκέτο σύννεφο/Και μας λιθοβολούν και μας φωνάζουν/Αεροβάτες/Το πως περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας/Ένας Θεός το ξέρει.