Η ελπίδα πάντα!

του Αλέξανδρου Ντερπούλη

Δε θέλω να παραπονιέμαι. Δεν μου αρέσει να το βλέπω και στους άλλους γύρω μου.  

Έχω την εντύπωση όμως ότι δεν υπάρχει πλέον άλλος τρόπος για να επικοινωνήσουμε. Είναι ίσως το μοναδικό σημείο που μας ενώνει όλους.

Η οργή και ο θυμός παύουν σιγά σιγά να είναι τρόπος πίεσης για να καταφέρουμε οτιδήποτε. Τα αγανακτισμένα πνεύματα και οι λαϊκές διαμαρτυρίες, μετατράπηκαν σε εσωστρέφεια και εσωτερικούς μονολόγους. Μόνο οι γνωστοί και φίλοι μιλάμε για αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και καταλήγουμε πάντα στο ίδιο συμπέρασμα : “Όλοι ίδιοι είναι, εμείς φταίμε που τους ψηφίζουμε”.

Εμμέσως πλην σαφώς παραδεχόμαστε ότι αρνούμαστε να αλλάξουμε την υπάρχουσα κατάσταση από φόβο, δειλιάζοντας μπροστά στο επερχόμενο νέο και πιθανόν σωτήριο.  Η δειλία έχει αντικαταστήσει την αγανάκτηση  και η απελπισία την ελπίδα.

Το δυστύχημα είναι ότι μάς έγινε συνήθεια και δεν μας ενοχλεί. Όχι τόσο πολύ τουλάχιστον.

Οι περισσότεροι από εμάς, με το ζόρι σηκωνόμαστε το πρωί από το κρεβάτι, μετά βίας πάμε στις δουλειές μας (όσοι έχουμε), σκεπτόμενοι ότι τα χρήματα που βγάζουμε πλέον (όσοι πληρωνόμαστε) δεν καλύπτουν  ούτε τις βασικές μας ανάγκες.

Και δε λέω, ωραία πράγματα ακούγονται από ανθρώπους που προτρέπουν σε διαφορετική διαχείριση της ζωτικότητας , της ενέργειάς μας και της εκμετάλλευσης φυσικών πόρων , προκειμένου να εξασφαλίσουμε την πολυπόθητη ευδαιμονία μας.

Συμφωνώ και επαυξάνω. Όμως πώς θα πεισθεί ο επαγγελματίας που τόσα χρόνια είχε μάθει στην παραγωγή χρημάτων , αυτός και η οικογένειά του, επωμιζόμενος ευθύνες, δάνεια και έξοδα που δεν μπορεί πλέον να καλύψει, με κίνδυνο την προσωπική του ελευθερία.

Ωραίες οι εναλλακτικές λύσεις και προτάσεις που έχουν δημιουργήσει ένα κύμα εσωτερικών μεταναστών, που κατάφεραν να βρουν ή μάλλον να ξαναβρούν το “παλαιό” , μέσω των νέων δύσκολων συνθηκών που δημιουργήθηκαν.  

Ένα  όμως  ερώτημα πλανάται πάνω από όλη αυτή την κατάσταση: Με τι κεφάλαιο ξεκίνησαν όλη αυτή τη νέα δραστηριότητα; Όταν οι περισσότεροι όχι μόνο δεν έχουν κεφάλαιο αλλά χρωστάνε και σε τράπεζες, γεγονός που τους αποτρέπουν να δανειστούν.

Σε τι σπίτι διαμένουν στην επαρχία ή στην πόλη αν δεν έχουν δική τους περιουσία ή από τους γονείς τους χωρίς να έχει δεσμευθεί από τράπεζες;

Σίγουρα υπάρχουν τρόποι και δίοδοι. Μόνο που οι άνθρωποι της πόλης δεν γνωρίζουν  και η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν τη διάθεση να ψάξουν. Αν είσαι νέος,  έχεις την όρεξη και το θάρρος να το κάνεις. Όταν έχεις φτάσει όμως σε “συντάξιμη” ηλικία όπως λέμε, και προβλέπεται να μην πάρεις σύνταξη, με τι κουράγιο να ξεκινήσεις κάτι νέο;

Η αλλαγή φιλοσοφίας και αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας μπορεί να είναι μια λύση.  Και πάλι έχω την εντύπωση ότι τα λόγια και οι θεωρίες όσο σωστές κι αν είναι, όσο κι αν θέλει να τις ακολουθήσει κάποιος, δεν παύουν για τον απλό άνθρωπο, εργάτη, υπάλληλο, επαγγελματία, φοιτητή κλπ., να είναι θεωρίες που ευχάριστα θα διάβαζε σε στιγμές ξεκούρασης, γυρνώντας από την εργασία του, μετά το μεσημεριανό φαγητό.

Τι γίνεται όμως αν δεν τα έχει όλα αυτά;

Και βέβαια όσοι μπορούν και ξέρουν , πρέπει να αφυπνίζουν τους υπόλοιπους που δεν έχουν αντιληφθεί ή δεν έχουν υποψιαστεί. Θεωρώ όμως ότι θα πρέπει να γίνεται πάνω σε πραγματική βάση. Πάνω στις συνθήκες που οι άνθρωποι μεγάλωσαν, δημιούργησαν και  ναι τελικά  καταστράφηκαν.

Η ριζική όμως μεταρρύθμιση και η αλλαγή εκ βάθρων, όσο γοητευτική και θελκτική κι αν είναι, ποτέ δε γέμισε τα στομάχια κανενός.  Πιθανόν ίσως τις καρδιές αλλά όχι τα στομάχια. Πως θα πεισθούν αυτοί οι άνθρωποι να δουν μια άλλη πλευρά;

Δεν κατηγορώ καμιά άποψη. Προσπαθώ να βρω τη μέση οδό.

Μπορεί η σκέψη μου να είναι απλή, πιθανόν αφελής.

Να μην ταιριάζει με την συγγραφική μου ιδιότητα και την όποια πνευματική μου καλλιέργεια.

Τυχαίνει όμως να σκέφτομαι σαν όλους αυτούς που βλέπω γύρω μου, τους φίλους μου και τους συγγενείς μου, βλέποντας εμένα τον ίδιο.

Και λυπάμαι που το λέω (πραγματικά λυπάμαι)  αλλά όλοι εμείς δεν έχουμε περιθώρια να φιλοσοφήσουμε.

Πρέπει να βρούμε μια δουλειά που θα μας βοηθήσει να επιβιώσουμε (όχι να ζήσουμε, να επιβιώσουμε).

Κι αυτό δεν το πετυχαίνουμε πάντα,

Δεν τα παρατάμε όμως.

Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.. .

Αρκεί να μην πεθάνει!