Δυο σκέψεις για τις {πλει μολέξεις} του Oldboy*

Της Γεωργίας Βαλωμένου

Είχα στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο του μπλόγκερ Oldboy περίπου ένα μήνα πριν το ανοίξω για να το διαβάσω. Ο λόγος είναι ο εξής: έχω διαβάσει ήδη το 90% των κειμένων που έχει ανεβάσει στο μπλόγκ του και από αυτά προτιμώ γενικώς τα πιο επικαιρικά και πολιτικά του, με τα οποία δε θα ήταν υπερβολή να πω πως πολύ συχνά ταυτίζομαι. Αντίθετα, τα «λογοτεχνικά» του κείμενα μερικές φορές μου φαίνονταν κάπως αλλόκοτα. Και ήξερα πως το βιβλίο περιλαμβάνει αυτά ακριβώς τα κείμενα.

Ωστόσο τελικά το διάβασα. Και το διάβασα σχεδόν απνευστί, αφού τα κείμενα αυτά ιδωμένα σαν «όλον» αποκτούν νέα δύναμη. Πρέπει να πω ότι με μαγνήτισε η ονειρική ατμόσφαιρά τους (η οποία κατά περίπτωση μπορεί να μετατραπεί σε εφιάλτη) και με συνεπήρε η υπαρξιακή τους αγωνία που είναι κατά τη γνώμη μου το βασικό συστατικό της λογοτεχνίας του Oldboy.

Ο Oldboy παίζει με τις λέξεις, όπως πολύ έξυπνα υποδηλώνεται και στον τίτλο του βιβλίου. Δεν παίζει όμως με τις λέξεις κάνοντας ρηχά λογοπαίγνια. Παίζει με τα νοήματα των λέξεων και πλάθει μέσα από το παιχνίδι του ιστορίες. Παίζει με την ίδια την έννοια της γλώσσας και αναζητά με ειλικρινή αγωνία το νόημα της ίδιας της γραφής. Παίζει με την έννοια της πραγματικότητας και της αντίληψής της, παίζει με ό,τι συνήθως θεωρούμε σταθερό ή δεδομένο, παίζει και με τον ίδιο τον εαυτό του. Η δύναμη της γραφής του έγκειται ακριβώς στο ότι δε φοβάται να παίξει με τα πάντα, να αμφισβητήσει τα πάντα, να αυτοαναιρεθεί.

Ίσως όμως όχι ακριβώς τα πάντα. Γιατί υπάρχουν στο βιβλίο «αξίες» που η ισχύς τους αποκαλύπτεται στον αναγνώστη κείμενο το κείμενο. Αξίες με τις οποίες «δεν παίζουμε» τόσο εύκολα. Όπως η αγάπη για παράδειγμα. Η αγάπη για τον άνθρωπο– το βλέμμα που πέφτει με στοργή πάνω στους ηλικιωμένους, πάνω στα παιδιά, πάνω στους άσχημους, τους παράξενους και τους μοναχικούς ανθρώπους. Και η βαθειά κατανόηση για την ανθρώπινη κατάσταση, για τις αδυναμίες και το ανολοκλήρωτο της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυτό το σύμπλεγμα από αντιφάσεις που είμαστε όλοι.

Τα κείμενα του Oldboy δεν έχουν απαντήσεις ο Oldboy δεν ισχυρίζεται πως ξέρει το νόημα της ζωής. Δεν είναι ξερόλας και εξυπνάκιας ακόμα κι όταν το λεξο- παιχνίδι του γίνεται εξυπνακίστικο. Έχει ερωτήσεις και παλεύει να βρει την άκρη στο κουβάρι της ύπαρξης παίζοντας με τη γραφή, και καλεί τον αναγνώστη να παίξει μαζί του, απεμπολώντας τις όποιες του βεβαιότητες.

Οι τίτλοι των κειμένων είναι μέρος του παιχνιδιού και πολλές φορές λειτουργούν  συμπληρωματικά, φωτίζοντας πλευρές και νοήματα που αλλιώς θα έμεναν άδηλα. Μερικά κείμενα μοιάζουν αυτοβιογραφικά, σε κάποια μπορεί κανείς να εντοπίσει κρυμμένο πολιτικό σχόλιο, ενώ το χαρακτηριστικό και ιδιαίτερο χιούμορ του συγγραφέα συνυπάρχει μερικές φορές με τις πιο τραγικές στιγμές του βιβλίου.

Η πολύ προσεγμένη έκδοση (πολύ ωραίο σχήμα και μέγεθος) και η εμπνευσμένη εικονογράφηση, άλλοτε με εικόνες από το μπλόγκ άρρηκτα δεμένες με το κείμενο, άλλοτε με αλλόκοτες εικόνες όπως αυτές του εξωφύλλου είναι καθοριστικές για την συνολική αίσθηση που δημιουργεί το βιβλίο.

Με λίγα λόγια, το εγχείρημα της έκδοσης ενός μπλόγκ σε βιβλίο δικαιώνεται πολύ πέρα από το αυτονόητο, που είναι η υλική υπόσταση και η φυσική σχέση με το βιβλίο ως αντικείμενο.

Στην περίπτωση των πλεϊμολέξεων, η επιλογή των κειμένων και η παράθεσή τους μοιάζει σαν σκόρπιες ψηφίδες να ενώθηκαν δημιουργώντας μια ενιαία εικόνα. Μια εικόνα συναρπαστική, με πολλαπλές και ίσως μεταβαλλόμενες στο χρόνο αναγνώσεις.

«…λες και το φως και το σκοτάδι υπάρχουν για να τα ερμηνεύουμε και όχι για να μας αλώνουν» (σελ. 64)

*Κώστας Κωστάκος: Old Boy {πλέϊ μολέξεις}, εκδ. Bibliotheque, 2014