43ο IFFR - Η άλλη ανταπόκριση – (η καθυστερημένη, αυτή που δεν στηρίχτηκε, η τζάμπα)

Του Δημήτρη Μελέτη

Ο μήνας αυτός μπήκε με πολλές ταινίες, αρκετό πολιτισμό και μια δόση πολιτικής φυσικά που δε λέει να αποδεσμεύσει τη δημιουργικότητα ώστε αυτή να δράσει ανεξάρτητη. Ίσως κάποιοι να βλέπουν λίγο από αυτό στην παρακάτω εικόνα και κάποιοι ίσως ενίοτε να το είδαν και να το βλέπουν και στην οθόνη. Αυτό το ποστ όμως γράφεται κατόπιν κοπιαστικής απλήρωτης δουλειάς (που έγινε μόδα να αποκαλείται "εθελοντισμός" τώρα) και δεν έχει σκοπό να προωθήσει κάποια συγκεκριμένη ταινία, χώρα ή επενδυτικό οργανισμό. Και ως τέτοιο άρθρο θα επικοινωνηθεί. Ελπίζει μόνο να στηρίξει τον πολιτισμό. Αυτόν που ως τώρα δεν φαίνεται να μπορεί να σταθεί μόνος του.

Έγιναν διάφορες βραβεύσεις, δεν έχω άποψη για όλες, αλλά μπορώ να σας πω ότι και στην ψηφοφορία των εθελοντών (στην οποία για κάποιο λόγο δε συμμετείχα) και στην (σπονσοραρισμένη) ψηφοφορία κοινού, βρίσκονταν σε ψηλές θέσεις οι Siddharth, Nebraska, Finsterworld, On the Edge και After The Tone. Δεν έχω άποψη για καμία από αυτές, καθώς το πιεστικό πρόγραμμα και οι κρατήσεις στις συγκεκριμένες ταινίες κατέστησαν αδύνατο το να τις δω. Όλες τους @@@!@#$%@&!! Επίσης κάποια media απο τη Κύπρο πρότειναν το "Evaporating Boarders" ως ενδιαφέρουσα ταινία, αλλά επέλεξαν τελικά να μην στηρίξουν αυτό το άρθρο κι έτσι, μετά από έναν εθελοντισμό που λήγει στις 6:00, δεν υπήρχε τρόπος να πάω (εθελοντικά) στην προβολή των 9:00. Ελπίζω να το σέβονται.

Δε θα αναλωθώ όμως περισσότερο στο πώς έτρεξε το φεστιβάλ, ποιος ήταν ο ρόλος των εθελοντών και πόσο international ήταν η διοργάνωση. Παρατήρησα μόνο ότι για πληροφορίες στα αγγλικά, έπρεπε να πας εργάσιμη ώρα σε συγκεκριμένο σημείο της πόλης όπου με αίτηση έπαιρνες τον international "οδηγό". Θέλω όμως να εστιάσω περισσότερο στην ουσία του πράγματος, στις ταινίες που είχα την ευκαιρία να δω. Και κάποιες από αυτές ήταν πολύ ολοκληρωμένες ταινίες με συναίσθημα, ερμηνείες και τεχνική αρτιότητα (από όσο μπορώ να κρίνω).

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η ταινία "Sacro GRA" από τη γειτονική μας Ιταλία. Στην ειδική προβολή που συνοδευόταν από συνέντευξη του σκηνοθέτη, Gianfranco Rosi, η αίθουσα ήταν κατάμεστη και πολλές φορές ακούστηκαν δυνατά γέλια, παρότι η ταινία θεωρείται περισσότερο ντοκιμαντέρ παρά κωμωδία. Το στυλ της ταινίας είναι που την κάνει ξεχωριστή, ακόμη κι αν πολλές φορές κανείς μπορεί να αναρωτηθεί που βρίσκεται ο λογικός ειρμός, ποιο ακριβώς είναι το στόρι, αν υπάρχουν ρακόρ, αν υπάρχει γενικά η όποια συνοχή. Προσωπικά αναρωτήθηκα "τι σημαίνει να έχεις πλύνει σχεδόν τα δόντια σου?", "πώς μπορεί κάποιος να συσχετίσει την Ουκρανία με το …πεπόνι?", ενώ άκουσα και το αγανακτισμένο " τι θέλει να πει ο ποιητής? ".. Έχει επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον ο τρόπος που στην ίδια ταινία  συνδέονται οι κάτοικοι ενός κατειλημμένου κτιρίου με έναν πρίγκηπα με Rolls Royce, μέλος του τάγματος .... Όλα αυτά συναντιούνται αρμονικά στην νέα ταινία του Ρόσι που χρειάστηκε πάνω από 2 χρόνια λήψεις. Μοναδικός θεματικός περιορισμός φαίνεται να είναι η πόλη της Ρώμης από μια οπτική καθ'όλα πρωτόγνωρη. Ασυνήθιστες συνδέσεις και ρεαλιστικοί καθημερινοί διάλογοι με το αβίαστο χιούμορ του νότου να ντύνει την ταινία σε όλη της τη διάρκεια. Ποτέ ένας αυτοκινητόδρομος δε διαφημίστηκε καλύτερα. (μεγάλα λόγια)

Πριν ακόμη μιλήσουμε για ένα ακόμη αφρικανικό διαμάντι, συναντάμε στο δρόμο μας το "Les Apaches", γαλλική παραγωγή γυρισμένη στην Κορσική. Εντάσσεται στην κατηγορία "the state of Europe - EU-29" κι ερχόμενο από την περιφέρεια της γηραιάς ηπείρου, παρουσιάζει τις σκοτεινές πτυχές της συνύπαρξης των ευκατάστατων Ευρωπαίων με τους μετανάστες από τη Β. Αφρική. Κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου λοιπόν, η ζωή δε φωτίζεται το ίδιο για όλους και η απόσταση μεταξύ ατόμων διαφορετικών τάξεων μεγαλώνει τραγικά. Καθημερινές σκηνές με απλό κινηματογραφικό ρεαλισμό χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές ή κιν/φικές ακρότητες, που παρόλη την απλότητά τους κρατούν το ενδιαφέρον ακμαίο. Η όλη περιπέτεια ξεκινά όταν κάποιοι νεαροί μετανάστες βρίσκουν τον τρόπο να περάσουν μια νύχτα στο σπίτι όπου ένας από αυτούς εργάζεται. Οι ανέσεις που μέχρι τότε ανήκαν στο πεδίο "κοίτα μα μην αγγίζεις", γίνονται πια προσβάσιμες χωρίς κανόνες και η εξέλιξη θα είναι, όπως προβλέπεται, επεισοδιακή.

Στα γαλλικά συνεχίζουμε και στην Αφρική, με το ευαίσθητο και με δυνατά κοινωνικά μηνύματα, "Grigris". Είναι το όνομα του πρωταγωνιστή μας, που παρά το ατροφικό του πόδι, δεν το βάζει κάτω στον αγώνα για τη ζωή και τον έρωτα. Με οδηγό την ανάγκη για ισότητα και σεβασμό και με μεγάλη ψυχική δύναμη, θα κινηθεί στα άκρα για να στηρίξει την οικογένειά του. Θα εμπλακεί σε λαθρεμπόριο πετρελαίου, θα προσπαθήσει να ισορροπήσει στην κόψη μεταξύ ηθικής και νόμων, ενώ θα πρέπει να αγωνιστεί επιπλέον για να κερδίσει την συντροφιά εκείνης που τον παγίδεψε με ένα της χαμόγελο. Όταν το τέλος θα φανεί πιο κοντά από ποτέ, θα χρειαστεί τη βοήθεια των ανθρώπων της γης. Και θα την έχει. Γυρισμένη στο Chad, η ταινία παρουσιάζει με ρεαλισμό την καθημερινότητα τόσο στην πόλη όσο και την αφρικανική ύπαιθρο, εστιάζοντας στην προσωπική περιπέτεια του Grigris, που υποδύεται ο πρωτοεμφανιζόμενος Souleymane Démé. Μουσική επένδυση που μας ταξιδεύει από τον Wasis Diop και εξαιρετική σκηνοθεσία από τον Mahamat-Saleh Haroun.

Αν υπήρχε oscar παλιομοδίτικης προπαγάνδας ή έστω χρυσή παπαρούνα, θα βράβευα εύκολα το "Μama Europa". Tα κύρια χαρακτηριστικά του έργου είναι η παιδική αθωότητα της 6χρονης πρωταγωνίστριας, τα πλάνα λουσμένα σε φως και χρώμα και οι ιστορικές αναφορές σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης.

Η ταινία αρχίζει με μια παπαρούνα που "…είναι τόσο όμορφο λουλούδι γιατί μοιάζει με τη σημαία της Μακεδονίας...". Συνεχίζουμε με μια συζήτηση για τον βασιλιά Αλέξανδρο με φόντο ένα κοτέτσι και συνεχίζουμε με αλλεπάληλες επαναλήψεις του video όπου US officers ξυλοκοπούν διαδηλωτές σε δρόμους της Τεργέστης. Ίσως έχει δεοντολογικό ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε κάποιο σημείο το 6 χρονών κορίτσι που μιλάει για κοτούλες, πάπιες, σκυλάκια και λουλούδια φτάνει να το δηλώσει ρητά ότι δεν θέλει να μιλήσει για πολιτική .

Η συνοδός της, όμως, θα συνεχίσει σε φυσιολατρική πια βάση να "μεταλαμπαδεύει τη γνώση" στη νέα γενιά με φράσεις όπως "οι φάλαινες θέλουν να κολυμπούν στα μεγάλα νερά" κ.ο.κ.

Μετά την πρώτη ώρα, κι αφού έχουμε ακούσει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για πολλές ευρωπαϊκές χώρες, φτάνουμε και στην Ελλάδα με ένα ζόρικο group να τραγουδάει ότι "αφού είμαστε διαφορετικοί, τότε σκότωσέ με" και να επικρίνει την παρουσία της αστυνομίας στα σύνορα της Μακεδονίας με την ΠΓΔΜ. Η τραγουδίστρια φτάνει μάλιστα στο σημείο να γράφει επιστόλή μαζί με την μικρή με θέμα τις πολιτικές διεκδικήσεις της και τη βάση του ακτιβισμού της. Όσοι έχουν μάτια ας το δουν κι όσοι έχουν μυαλό ας κρίνουν.

Κοντά στο "Mama Europa", τόσο γεωγραφικά αλλά και κινηματογραφικά μπορούμε να πούμε, έρχεται να εντυπωσιάσει θετικά το σέρβικο "Neposlusni" (the Disobedient). Άπλετο φυσικό φως, ωραία μουσική επένδυση, νεανική ανεμελιά στην ύπαιθρο και μια ερωτική πάλη συναισθημάτων και ορμών που σπρώχνει τους νέους να αγαπηθούν και ξυπνά στους μεγαλύτερους την νοσταλγία της νιότης. Ανάλαφρο αεράκι, στριμωγμένοι νεανικοί χυμοί και ποδήλατο σε μονοπάτια του "αγάπα με αν τολμάς". Όσοι βρίσκονται στο πέρασμά τους είναι αναγκασμένοι να χορέψουν στο ρυθμό τους, αλλά οι ίδιοι φαίνεται να αναρωτιούνται συχνά για τα βήματα. Αβίαστα προκύπτει η απορία "πόσο θα αντέξουν αυτά τα νέα κορμιά να ελίσσονται σε σταθερή απόσταση μα ποτέ να μη συναντιούνται?". Η απάντηση δίνεται με διασκεδαστικό και περιπετειώδη τρόπο επι της μεγάλης οθόνης.

Αν έπρεπε να επιλέξω όμως μία μόνο ταινία από όσες είδα, τότε αναμφισβήτητα και χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό θα επέλεγα με ευγνωμοσύνη και καρδιά πλυμμηρισμένη από συναίσθημα, την "Ιστορία της Αιωνιότητας" (A História da Eternidade). Μια σύνθεση κινηματογραφική, με σεβασμό στην έννοια του δράματος και όσα αυτή υπαγορεύει, με ερμηνείες που μιλούν στην ψυχή σου, με εικόνες βγαλμένες από τη ζωή αυτού εδώ του πλανήτη. Μια ταινία που ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις, σε ταξιδεύει σε ένα νότο με ανθρώπους αληθινούς, με πλοκή βγαλμένη από την απλή ζωή της υπάιθρου, με νοήματα και συναισθήματα που θα έκαναν τον Καζαντζάκη να σφίξει γερά το χέρι του Βραζιλιάνου σκηνοθέτη.

Άρωμα μοσχοκάρυδου, αέρας που μας ταξιδεύει στην αλμύρα του ωκεανού και πλοκή που τραγουδάει για την ανθρώπινη ύπαρξη, τα πάθη και τις χάρες της. Τα ονόματα έχουν δοθεί συμβολικά κι έχει το καθένα τη σημασία του, με τραγικότερο αυτό της Αlfonsina που παραπέμπει στο τραγούδι "Alfonsina y el mar" της Mercedes Sosa, που γράφτηκε στη μνήμη της ποιήτριας Alfonsina Storni. H πλοκή έργου είναι χωρισμένη σε τρία μερη, με το καθένα να εκφράζει διαφορετικό στάδιο στην εξέλιξη της σύγχρονης αυτής τραγωδίας. Η γνωριμία με τους χαρακτήρες, η πρόθεσή τους να κρύψουν τα πάθη τους, η έκθεσή τους στο φως και η έλευση του τέλους παρουσιάζονται κλιμακωτά μέσα από όμορφους συμβολισμούς και ακμαία κινηματογράφηση.

Αποτελεί έκπληξη (?) το ότι η συγκεκριμένη ταινία, αν και πήρε πολύ θετικές ψήφους από το κοινό, και παρόλο που ο σκηνοθέτης Camilo Cavalcanti έχει βραβευτεί περισσότερες από 120 φορές για τις μικρού μήκους ταινίες του, στην πρεμιέρα αυτής της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του, στο φεστιβάλ του Ρόττερνταμ, κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις μπροστά σε κοινό που δεν έφτανε τα 20 άτομα. Ήταν μεγάλη τιμή να τον συναντήσω προσωπικά. Όπως μας εξομολογήθηκε, κάθε φορά που βλέπει την ταινία, μαθαίνει και κάτι νέο. Μακάρι να συνεχίσει έτσι.

Πιστός στην υπηρεσία του πολιτισμού,
Δημήτρης Μελέτης

ΥΓ. Παρακαλείστε να μην αναδημοσιεύετε κομμάτια ή ολόκληρη την ανάρτηση χωρίς την άδεια αυτουνού εδώ. Στην τελική ο πολιτισμός ας στέκει για να επικοινωνούμε.